Το Eurobasket του 2015 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής για την Εθνική Ελλάδας. Οι αποχωρήσεις του Σπανούλη και του Ζήση υπήρξαν οι τελευταίες έξοδοι της παλιάς, ηγετικής φουρνιάς της ομάδας και η επόμενη μέρα έφερνε την ΕΟΚ σε μια κατάσταση διαχείρισης μιας νέας εποχής. Μιας νέας εποχής που σίγουρα δεν θα εμπεριείχε το πλεόνασμα προσωπικότητας που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια αλλά που από άποψη αμιγώς αγωνιστικών στοιχείων δεν είχε να ζηλέψει σε τίποτα το επίπεδο των παλιοσειρών που επί σειρά ετών έκαναν την ομάδα να συγκαταλέγεται διαρκώς στα φαβορί των καλοκαιρινών μπασκετικών διοργανώσεων.

Του Δημοσθένη Χριστόπουλου

Το Eurobasket του 2017 τοποθετήθηκε από τους ανθρώπους του ελληνικού μπάσκετ ως το σημείο της επίσημης έναρξης αυτής της νέας εποχής. Με έναν αποκλεισμό στους Ολυμπιακούς του Ρίο να έχει προηγηθεί, που όμως πέρασε στα ψιλά μιας και θεωρήθηκε απλά το αναγκαίο κακό μιας μεταβατικής περιόδου, ήρθε το φετινό καλοκαίρι που περίμεναν πως και πως οι οπαδοί της Εθνικής μπάσκετ – μια ιδιαίτερη κάστα οπαδών, με μια ιδιαίτερη σχέση με την Εθνική, «χτισμένη» γύρω από την αγάπη για το μπάσκετ και όχι την «περήφανη Ελλάδα» και άλλα τέτοια.

Η έλλειψη του παίκτη-ηγέτη που προέκυψε το 2015 αναπληρώθηκε σχεδόν αυτόματα από τον Γιάννη Αντετοκούμπο που στο μεταξύ είχε καταφέρει να κάνει πράγματα και θαύματα στο NBA και έτσι, αυτονόητα έγινε το νέο μεγάλο πρόσωπο της Εθνικής Ελλάδας. Το πρόβλημα ωστόσο ήταν η επανάπαυση γύρω από αυτή την ευλογία που άκουγε στο όνομά του: η Εθνική Ελλάδας ανακουφισμένη είχε βρει τον νέο της ηγέτη αλλά έπασχε σε μια σειρά από άλλες αναγκαιότητες.

Διότι μην γελιόμαστε: όσο ταλέντο και αν υπάρχει σε αυτή την ομάδα, το «μοντάρισμα» ανάμεσα σε παίκτες που προορίζονται στο να είναι ένας βασικός κορμός για χρόνια αλλά δεν έχουν συνηθίσει καν ο έναν τον άλλο, δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεται από την μια μέρα στην άλλη και σίγουρα δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεται χωρίς προπονητή που θα δουλεύει για αυτό το «μοντάρισμα» συστηματικά.

Το κρίσιμο καλοκαίρι για την Εθνική ήρθε και στην άκρη του πάγκου δεν υπήρχε καν προπονητής. Τι και αν το ελληνικό μπάσκετ είναι μια βαριά βιομηχανία παραγωγής προπονητών που πρωταγωνιστούν με τις ομάδες τους στο υψηλότερο, διασυλλογικό επίπεδο; Τι και αν η κουλτούρα που επικρατεί στο εσωτερικό της μικροκοινωνίας του ελληνικού μπάσκετ έχει σηματοδοτήσει την Εθνική ως ένα μικρό τοτέμ που είναι πάνω από όλα; Η ΕΟΚ, μερικές μόνο μέρες πριν την επίσημη έναρξη της προετοιμασίας για το Eurobasket του 2017, δεν είχε βρει καν τον άνθρωπο που θα κάθεται στην άκρη του πάγκου.

Ο Κώστας Μίσσας, εμβληματική μορφή των ελληνικών παρκέ την προ-87 εποχή και μπασκετάνθρωπος από τους λίγους, ήταν ο μοναδικός που δέχθηκε να αναλάβει την Εθνική αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: το ξέραμε όλοι, ο Μίσσας δεν κάνει για μια τέτοια αποστολή. Προς τιμήν του, έχει επιλέξει να υπηρετεί το αγαπημένο του άθλημα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δέχθηκε να κάτσει στον πάγκο της Εθνικής γιατί δεν υπήρχε κανείς άλλος όμως ήταν δεδομένο πως σε αυτό το επίπεδο, το κοουτσάρισμα που μπορεί να κάνει είναι πολύ πίσω από τα προσδοκώμενα.

Για τον αποκλεισμό της Εθνικής από την Ρωσία ο λιθοβολισμός του είναι η πιο εύκολη διαχείριση της πραγματικότητας αλλά ταυτόχρονα και η πιο άδικη: αν ο Μίσσας ήταν προπονητής που θα μπορούσε να οδηγήσει την Εθνική σε διακρίσεις θα το ξέραμε ήδη. Η πορεία μέχρι τα προημιτελικά της διοργάνωσης ήταν μάλλον το αυτονόητο ταβάνι της Ελλάδας.

Άλλωστε όταν μια ομάδα χάνει τον ηγέτη της (τον Αντετοκούμπο) και αυτόματα επαναπροσδιορίζονται οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες για αυτή, όταν μόλις με την απουσία ενός παίκτη, όσο μεγάλη και αν είναι η αξία του, από φαβορί για μετάλλιο μετατρέπεσαι σε μια ομάδα με ταβάνι την οκτάδα, είναι δεδομένο πως εξαρχής η αξία σου είναι επίπλαστη.

Είναι λογικό ο αποκλεισμός από την Ρωσία να προκαλεί απογοήτευση. Απογοητεύει ο τρόπος που ήρθε, με την Εθνική να κρατάει το παιχνίδι στα χέρια της σε όλη την διάρκεια και να το χάνει στα κρίσιμα σημεία, εκεί όπου η έλλειψη καθοδήγησης από τον πάγκο αλλά και η σκληρή πραγματικότητα πως το ταλέντο δεν αναπληρώνει την προσωπικότητα έκαναν κυνικά την εμφάνισή τους. Απογοητεύει επειδή η εμφάνιση και η επιβλητική νίκη-πρόκριση κόντρα στην Λιθουανία ήρθαν να υπενθυμίσουν πως ταλέντο υπάρχει και ξεχειλίζει. Όμως στο τέλος της ημέρας, ο αποκλεισμός της Ελλάδας στους «8» είναι τελικά η αυτονόητη εξέλιξη.

Την επόμενη μέρα, η Εθνική χρειάζεται δυο πράγματα: έναν νεότερης αντίληψης και με εμπειρίες προπονητή που θα μελετάει το ελληνικό μπάσκετ και θα δουλεύει για το μοντάρισμα της ομάδας και έναν κορμό από έμπειρους, «μπαρουτοκαπνισμένους» παίκτες. Το πρώτο είναι ζήτημα βούλησης, το δεύτερο είναι απλά ζήτημα χρόνου και με τέτοιο υλικό παικτών είναι νομοτελειακό πως θα προκύψει, άλλωστε αυτοί οι παίκτες ήδη αγωνίζονται στο υψηλότερο επίπεδο του ευρωπαϊκού μπάσκετ, θα γίνουν και ηγέτες, είναι σίγουρο.

Και όσο αιρετικό και αν μοιάζει, στην πραγματικότητα είναι ορθολογικό: η παρουσία του Γιάννη Αντετοκούμπο στην Εθνική πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως ένα επιπρόσθετο στοιχείο πολυτέλειας και όχι ως το Α και το Ω. Ο Γιάννης κατοικεί σε έναν άλλο πλανήτη, κατοικεί στον «μαγικό κόσμο» του NBΑ. Ο κόσμος των εθνικών ομάδων αντλεί ζωή από την καθημερινότητα του ευρωπαϊκού μπάσκετ και από τους δικούς του ρυθμούς. Η ποιοτική προσθήκη ενός αστέρα του NBA και στη συγκεκριμένη περίπτωση παίκτη-ηγέτη θα είναι πάντα καλοδεχούμενη αλλά αν το πλάνο βασίζεται μόνο πάνω του είναι δεδομένο πως πάντα θα μπάζει.

Η ανασυγκρότηση των διεθνών διοργανώσεων προϋποθέτει προκριματικά ενόψει του Mundobasket του 2019 και η Εθνική θα πέσει και πάλι σύντομα στην μάχη των επίσημων παιχνιδιών. Ο όμιλος της είναι αστείος φυσικά και η πρόκριση στην Κίνα –όπου και θα γίνει το Μundobasket του 2019- θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Αλλά με έναν προπονητή που θα είναι αφιερωμένος σε αυτήν, με την χημεία των παικτών να χτίζεται διαρκώς και με τον βασικό της κορμό να είναι κατά δυο χρόνια πιο έμπειρος και άρα ένα κλικ πιο κοντά στην συγκρότηση ηγετικής φυσιογνωμίας, το 2019 η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει μετάλλιο. Ακόμα και χωρίς τον Γιάννη Αντετοκούμπο.

Πρώτα και κύρια ωστόσο, πρέπει να καλυφθεί η μεγάλη της αδυναμία. Ας το ξαναπούμε: η Ελλάδα χρειάζεται προπονητή. Αν τον αποκτήσει το μέλλον της προμηνύεται πολύ ενδιαφέρον και η μαγιά της θα φτιάξει ένα ερωτεύσιμο σύνολο. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο τυχερός-άτυχος που θα αναλάβει αυτό το έργο.