Στην έκδοση πενταετούς ομολόγου προχώρησε το ελληνικό δημόσιο, βγαίνοντας στις αγορές μετά από μία περίοδο διαρκούς βελτίωσης της οικονομίας και των αποδόσεων των ομολόγων. Παράλληλα τρέχει δημόσια προσφορά και προς τους κατόχους ομολόγου λήξης 2019.

Δημοσίευμα του Reuters επικαλούμενο έναν από τους αναδόχους της έκδοσης ανέφερε ότι το ενδεικτικό επιτόκιο διαμορφώνεται πλέον στο 4,75% από 4,875% νωρίτερα, ενώ οι προσφορές για την έκδοση ξεπερνούν ήδη τα 7 δισ. ευρώ.

Η έκδοση του 5ετους ομολόγου θα πραγματοποιηθεί κατά 2 δισ. ευρώ από την ανταλλαγή ομολόγων που λήγουν το 2019 και σύμφωνα με πληροφορίες, ο σχεδιασμός προβλέπει την άντληση νέου χρήματος από 1 έως 2 δισ. ευρώ, ανάλογα την ζήτηση και το ύψος των προσφορών.

Και τις δύο δημόσιες προσφορές έχουν αναλάβει οι BNP Paribas, Bank of America-Merrill Lynch, Citigroup, Deutsche Bank. Goldman Sachs και HSBC. Πάντως το γεγονός ότι έχει χορηγηθεί μόλις μία μέρα για την αποδοχή της δημόσιας προσφοράς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει προηγηθεί ικανοποιητική προεργασία από τους αναδόχους.

Το νέο ομόλογο λήξης 2022 θα διέπεται από το αγγλικό δίκαιο ενώ έχει κατατεθεί αίτηση ώστε οι ομολογίες να διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών και την ΗΔΑΤ.

Το μέρος του φρέσκου χρήματος που θα εισπράξει το Δημόσιο είναι πιθανόν να χρησιμοποιηθεί για επαναγορά ομολόγων ώστε να πληρείται ο όρος που έχει θέσει το ΔΝΤ περί συγκράτησης του χρέους σε επίπεδα χαμηλότερα των 325 δισ. ευρώ σε απόλυτα νούμερα.

Η ανακοίνωση του Μαξίμου

Από το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού εξεδόθη ανακοίνωση με αφορμή την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, στην οποία αναφέρονται τα εξής:

«Η Ελληνική Δημοκρατία ανακοίνωσε την έκδοση ομολόγου, με μία συναλλαγή με δύο σκέλη, η οποία αποτελείται από:

1. Μία προσφορά ανταλλαγής καθώς και μία προσφορά επαναγοράς έναντι μετρητών που απευθύνεται σε κατόχους των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου με λήξη το 2019.

2. Μία νέα έκδοση ομολόγου αναφοράς 5ετούς διάρκειας σταθερού επιτοκίου με λήξη το 2022.

Η συναλλαγή αυτή αποτελεί μέρος μιας συνολικής στρατηγικής η οποία αποσκοπεί:

• Στην προληπτική διαχείριση των άμεσων, μελλοντικών, χρηματοδοτικών αναγκών.

• Στην μείωση χρηματοληπτικών αναγκών της Ελλάδας το 2019.

• Στην έκδοση ενός ομολόγου με ικανοποιητική ρευστότητα, που θα αποτελεί σημείο αναφοράς στην καμπύλη αποδόσεων των ελληνικών κρατικών χρεογράφων στο πλαίσιο ανασύστασής της.

Η επιλογή αυτή αποτελεί ένα σημαντικό βήμα της στρατηγικής της Ελλάδας για να ανακτήσει βιώσιμη και σταθερή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Η απόφαση να επιχειρηθεί αυτή η συναλλαγή, βασίστηκε σε μια σειρά από θετικές εξελίξεις για την Ελλάδα:

α. Την απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου.

β. Την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε Caa2, από τον οίκο Moody’s, στις 23 Ιουνίου 2017.

γ. Την έξοδο της χώρας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, στις 12 Ιουλίου 2017.

δ. Τη συμφωνία για την επί της αρχής συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, στις 20 Ιουλίου 2017.

ε. Την αναβάθμιση της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας από την Standard and Poor’s, στις 21 Ιουλίου 2017».

Την ίδια ώρα ο Διεθνής τύπος με αλλεπάλληλα ρεπορτάζ, αναλύσεις και σχόλια παρακολουθεί τη διαδικασία εξόδου της χώρας μας στις αγορές φωτίζοντας πτυχές του γεγονότος.

«Εάν το ενδιαφέρον των επενδυτών είναι ισχυρό, θα πρόκειται για στιγμή –ορόσημο όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ευρωζώνη», σημειώνεται εμφατικά σε δημοσίευμα της εφημερίδας New York Times (Liz Aderman). Αναφορά γίνεται και από την εφημερίδα Wall Street Journal: «Η Ελλάδα επιστρέφει στις διεθνείς αγορές, επιδιώκοντας να αντικαταστήσει τα πενταετή ομόλογα, που λήγουν το 2019, από νέα που θα λήγουν το 2022.

Διαβάστε εδώ αναλυτικά….