Πέρασαν πέντε χρόνια από την επίθεση που σόκαρε το πανελλήνιο. Η Μυρτώ συμπληρώνει σήμερα τα 20 χρόνια της και θα γιορτάσει τα γενέθλιά της συνεχίζοντας την προσπάθεια να κατακτήσει -ξανά- όσα είχε κατακτήσει όταν ήταν ακόμη μωρό. Να περπατήσει, να φάει μόνη της, να μιλήσει. Η αντίληψή της όμως παραμένει εντυπωσιακή. Σαν να μην είχε υποστεί ποτέ τις τόσο άγριες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις τότε στην Πάρο.

Της Αγγελικής Κουγιάννου

Την είχα συναντήσει πριν από τρία χρόνια στη Λάρισα, στο κέντρο αποκατάστασης Animus. Προηγουμένως ήταν σε νοσοκομεία σε Ελλάδα και Βοστόνη. Με πολλές επεμβάσεις για να αποκατασταθούν οι κακώσεις στο σχεδόν ετοιμοθάνατο σώμα της.

Σπίτι της ίδιας και της μητέρας της, Μαρίας Κοτρώτσου, είχαν γίνει τα νοσοκομεία. Τώρα όμως αυτό άλλαξε. Επειτα από πέντε χρόνια, πλέον ζει ξανά σε σπίτι στη γενέτειρά της, την Αθήνα. Για πρώτη φορά από τότε που έφυγε για εκείνες τις διακοπές στην Πάρο.

Το ραντεβού μας έχει οριστεί για νωρίς το πρωί. Αμέσως μετά θα έπρεπε να φύγουν για τις θεραπείες της Μυρτώς. «Είμαστε εδώ έναν μήνα και κάτι», μου λέει η μητέρα της. «Κανονικά θα έπρεπε να έχουμε έρθει νωρίτερα, αλλά δεν υπήρχε η δυνατότητα. Το σπίτι μας θέλει πολλές εργασίες ακόμη – ασανσέρ, εσωτερική διαρρύθμιση για να κινείται το καροτσάκι, το λουτρό. Είμαστε όμως πολύ τυχερές που μας παραχώρησαν αυτό το σπίτι. Είναι πολύ ωραίο, με πράσινο, σε ωραίο περιβάλλον, ήσυχο. Κάνει καλό στη Μυρτώ».

Είδατε διαφορά στη Μυρτώ μετά την επιστροφή στην Αθήνα, τη ρωτάω. «Ναι, στη διάθεσή της. Πολύ μεγάλη! Δεν μπορώ να πω κινητικά, είναι πολύ νωρίς». Από τότε που σας είχα συναντήσει στη Λάρισα, τι διαφορές έχετε δει, επιμένω. «Στο μυαλό της και τη ματιά της υπάρχει περισσότερη σπιρτάδα και αντίληψη, αν και σε κίνηση και ομιλία δεν υπάρχει διαφορά. Αυτό όμως που έγινε στη Λάρισα ήταν ότι σταθεροποιήθηκε το θέμα των λοιμώξεων. Είναι πάρα πολύ σημαντικό».

Πώς είναι όμως η ζωή στην Αθήνα; Το πρόγραμμα είναι πολύ βαρύ. Συνεχώς εκτός για θεραπείες. Εργοθεραπευτής, λογοθεραπευτής, φυσιοθεραπευτής και πισίνα. «Σχεδόν κάθε μέρα», μου λέει η κυρία Κοτρώτσου. «Ηθελα το καλύτερο για τη Μυρτώ». Ομως πόσο την έχει απογοητεύσει η έλλειψη αγωγής στα αναπηρικά… «Βλέπω πολλή αδιαφορία τώρα που κυκλοφορούμε στην Αθήνα. Βλέπουν αναπηρικό όχημα και δεν τους νοιάζει…».

«Ζούμε χάρη στη βοήθεια κάποιων ανθρώπων»

Μαζί τους στο σπίτι, κάποιες ώρες της μέρας, είναι και η Χριστίνα, η νοσηλεύτρια. «Εννοείται ότι το κράτος δεν δίνει τίποτα γι’ αυτό. Σε ένα άτομο που έχει 100% αναπηρία δεν προβλέπει βοήθεια. Ισως θεωρεί ότι ο γονιός πρέπει να είναι αρσιβαρίστας και να τα καταφέρνει μόνος του. Επίσης, μπορεί να μην πληρώνουμε τη συμμετοχή του 25%, αλλά δίνουμε περίπου 100 ευρώ τον μήνα στο φαρμακείο. Δεν υπάρχουν γενόσημα στα φάρμακά της και η τιμή αναφοράς του κράτους δεν καλύπτει τα πρωτότυπα. Παίρνει τριών ειδών αντιεπιληπτικά, βιταμίνες που δεν συνταγογραφούνται -τρέφεται με σωληνάκι, δεν γίνεται να μην πάρει συμπληρώματα-, αναλώσιμα κ.λπ. Τι να καλύψεις με το εξωιδρυματικό επίδομα των 700 ευρώ…».

Επίσης, όπως μου εξηγεί, το επίδομα αυτό είναι ένα για όλες τις περιπτώσεις τετραπληγίας. «Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Η Μυρτώ γεννήθηκε γερή και έφτασε σε αυτή την κατάσταση από μια δολοφονική επίθεση ενός… δεν θα τον πω άνθρωπο. Κάποιου από μια ασιατική χώρα που η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει τίποτα. Δέχεται όμως τους υπηκόους της. Δεν είναι όλοι κακοί, αλλά υπάρχουν και κακοί. Γιατί στα χρήματα που δίνει η ΕΕ δεν προβλέπονται αποζημιώσεις για ό,τι προκαλούν; Εγώ γι’ αυτό τον λόγο θα πάω σε δικαστήριο το ελληνικό κράτος. Ακόμη κι αν χάσω, θα πρέπει να ξεκινήσει κάτι. Αυτή τη στιγμή ζούμε χάρη στη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που βοηθούν χωρίς να θέλουν να φαίνονται. Κατ’ εμέ, αυτός είναι και ο σωστός τρόπος φιλανθρωπίας».

POST: Μπαίνω διστακτικά στο δωμάτιο της Μυρτώς. «Θυμάσαι που είχα έρθει στη Λάρισα;» τη ρωτάω κι αυτή χαμογελά. «Σε θυμάται», μου λέει η κυρία Κοτρώτσου. Μου δίνει το χέρι της για να με χαιρετήσει. H βελτίωσή της είναι εμφανής. Αντιδρά άλλοτε με γέλια κι άλλοτε με στενοχώρια. Οπως, για παράδειγμα, όταν έπρεπε να φύγω. «Εχεις να πας στις θεραπείες σου», της είπα, αλλά υποσχέθηκα ότι θα την ξαναεπισκεφθώ