ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΙΚΟΛ ΛΕΙΒΑΔΑΡΗ

 

Mια λάθος μάχη σε λάθος χρόνο -η συζήτηση της Παρασκευής στη Βουλή περί εγκληματικότητας και ασφάλειας- χρεώνει με μια ακόμη πολιτική ήττα τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ανοίγει νέα, σοβαρά ζητήματα εντός της Νέας Δημοκρατίας.

Η επιλογή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε σαφές κίνητρο και στόχευση: επιχείρησε να αλλάξει ατζέντα και να φύγει από το -άγονο πλέον για τη ΝΔ- πεδίο του μνημονίου και της αξιολόγησης, προκαλώντας τον πρωθυπουργό σε μια προσωπική αναμέτρηση στη Βουλή με αιχμή το δόγμα «νόμος και τάξη».

Ηταν όμως μια επιλογή που δεν του βγήκε και η διέξοδος διά της «ανομίας» δεν ήρθε. Οι καταγγελίες περί «γενικευμένης ανασφάλειας των πολιτών» ακυρώθηκαν μέσα από τα ίδια τα στοιχεία για τη μείωση της εγκληματικότητας, το αφήγημα περί «συριζαϊκής ανοχής στην παραβατικότητα» κατέπεσε με την απλή υπενθύμιση των αλλεπάλληλων τελευταίων συλλήψεων από την ΕΛ.ΑΣ. και η σύγκρουση εξελίχθηκε σε μπούμερανγκ για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που εντέλει βρέθηκε ο ίδιος απολογούμενος για ζητήματα πολιτικής ανομίας, όπως οι υποθέσεις Siemens και Αυγενάκη.

Η τελευταία φράση του Αλέξη Τσίπρα άλλωστε -«θα έρθει η ώρα της ετυμηγορίας του ελληνικού λαού, αλλά να ξέρετε ότι η Siemens δεν κέρδισε ποτέ πουθενά εκλογές»- ήταν κι εκείνη που έβαλε την πολιτική σφραγίδα της συζήτησης. Και, μαζί, άνοιξε και νέο κύκλο κατήφειας και δυσφορίας εντός της Νέας Δημοκρατίας για το γεγονός ότι μια σύγκρουση σε προνομιακό πεδίο για τη συντηρητική παράταξη κατέληξε να αφήνει προσωπικά εκτεθειμένο τον πρόεδρο του κόμματος.

Η δυσφορία, δε, ήταν τέτοια που, σύμφωνα με πληροφορίες, μετά το τέλος της συζήτησης στη Βουλή υπήρξαν αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα από την Πειραιώς προς συγκεκριμένα τηλεοπτικά κανάλια με το αίτημα να μην προβληθούν τα αποσπάσματα της ομιλίας του Αλέξη Τσίπρα στα οποία κατήγγειλε ειδικές σχέσεις του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τη Siemens. Το επιχείρημα που προέβαλλαν οι επιτελείς της ΝΔ ήταν εκείνο της «πολιτικής ηθικής» – ήτοι, ότι ο πρωθυπουργός έχει επιλέξει τακτική προσωπικών και ανοίκειων επιθέσεων κατά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Εκ του αποτελέσματος, ωστόσο, τα ζητήματα πολιτικής ηθικής ήταν ακριβώς εκείνα που έμειναν αναπάντητα στη συζήτηση της Παρασκευής στη Βουλή. Ενδεικτικά επ’ αυτού ήταν και τα ερωτήματα που έθεσε ο Αλέξης Τσίπρας για την υπόθεση Αυγενάκη, μετά τη δημοσίευση συνομιλιών που φέρουν τον γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας να έχει επαφές και να δέχεται αιτήματα εξυπηρετήσεων από πρόσωπα του κοινού ποινικού δικαίου.

Απαντώντας, ο πρόεδρος της ΝΔ κατήγγειλε τον πρωθυπουργό ότι εμφανίζεται ως «ο επίσημος εκπρόσωπος του παρακράτους ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ». «Είναι», είπε, «το κράτος τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και πιέσεων στη Δικαιοσύνη. Οχι μόνο γυρίσατε τη χώρα πίσω, αλλά την επιστρέψατε στη χειρότερη εποχή του αυριανισμού».

Οταν, ωστόσο, ο Αλέξης Τσίπρας υπενθύμισε ότι οι επίμαχες συνομιλίες προέρχονται από επίσημη δικογραφία και ρώτησε «γιατί ο κ. Μητσοτάκης παρέχει στήριξη; Πού τον κρατάει ο κ. Αυγενάκης και δεν του ζητάει εξηγήσεις;», απάντηση επί της ουσίας δεν υπήρξε. «Υπάρχει Δικαιοσύνη, που θα κρίνει και θα βρουν το δίκιο τους όσοι πιστεύουν ότι συκοφαντούνται», είπε μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ λίγο

αργότερα πηγές της ΝΔ παρέπεμπαν σε συνέντευξη που είχε δώσει ο ίδιος ο γραμματέας του κόμματος στον ΣΚΑΪ και στο γεγονός ότι ο Λευτέρης Αυγενάκης έχει ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη.

Η υπόθεση Αυγενάκη φαίνεται να προκαλεί ευρύτερη αμηχανία εντός ΝΔ, καθώς ο γραμματέας του κόμματος αποτελεί στενό συνεργάτη του προέδρου και προσωπική του επιλογή. Συνολικά, άλλωστε, το κλίμα στο κόμμα μετά τη συζήτηση στη Βουλή ήταν βαρύ και η σημειολογία της συνεδρίασης ενδεικτική. Δεν διέφυγε της προσοχής το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής αποχώρησε από την αίθουσα αμέσως μετά τις πρωτολογίες των αρχηγών και δεν έμεινε να παρακολουθήσει τη δευτερολογία Μητσοτάκη, όπως δεν πέρασαν απαρατήρητες και οι απουσίες αρκετών βουλευτών της ΝΔ, μεταξύ των οποίων και ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης.

Κατά τις πληροφορίες, αιχμηρή ήταν η κριτική για την εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη και από τον Αντώνη Σαμαρά και δη εις επήκοον αρκετών στελεχών του κόμματος έξω από την αίθουσα της Ολομέλειας.

Πέραν των εντυπώσεων, ωστόσο, το ζήτημα που τίθεται ως δομικό πλέον από τις -ουκ ολίγες- πτέρυγες προβληματισμού εντός της ΝΔ είναι εκείνο του ελλείμματος κεντρικής αντιπολιτευτικής στρατηγικής. Οπως έλεγε την Παρασκευή έμπειρος κοινοβουλευτικός, το διαρκές αίτημα για πρόωρες εκλογές δεν απέδωσε και πρόσφερε πολύτιμο χρόνο πολιτικής ανασύνταξης στην κυβέρνηση, οι προβλέψεις κατάρρευσης της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές διαψεύστηκαν πολλαπλώς και η στροφή σε θέματα καθημερινότητας και ασφάλειας έγινε αποσπασματικά, εν είδει πυροτεχνήματος. Εντός όλων αυτών, η απουσία δομημένης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης παραμένει εμφανής και, κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, δεν είναι άσχετη με την αδυναμία της ΝΔ να μετατρέψει το δημοσκοπικό της προβάδισμα σε πολιτικό ρεύμα και σε προοπτική αυτοδυναμίας.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 22 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 5/11/2017