ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΓΚΙΒΑΛΟΣ*

Η πολιτική δεν κινείται σε ευθύγραμμο χρόνο, αλλά και οι συσχετισμοί και το πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων, η ίδια η σχέση τους με την κοινωνία, δεν αποτελούν ένα «παζλ» που διαλύεται και ανασυντίθεται.

Στην περίοδο των ραγδαίων εξελίξεων που βιώνουμε, υπάρχουν κρίσιμης σημασίας τομές, ικανές να προκαλέσουν την αναδιάταξη των κομματικών και κοινωνικών συσχετισμών και να δρομολογήσουν νέες εξελίξεις.

Η δεύτερη αξιολόγηση, με όλες τις θετικές και αρνητικές πτυχές της, αποτελεί μια παρόμοιου χαρακτήρα και σπουδαιότητας τομή. Μέσα σε λίγες εβδομάδες διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες, που προκαλούν την αναδιάταξη των συσχετισμών, δημιουργούν νέα δεδομένα και δρομολογούν νέες εξελίξεις.

Αν θελήσουμε να συμπυκνώσουμε σχηματικά το νέο αυτό «τοπίο», θα διαπιστώσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ ακολουθούν σήμερα αντίρροπες τροχιές, οι οποίες δεν αποτελούν προϊόν της συγκυρίας, αλλά, αντίθετα, προδιαγράφουν και προοικοδομούν το νέο πεδίο σύγκρουσης και τους νέους συσχετισμούς της περιόδου που διανοίγεται μπροστά μας.

Η ΝΔ ακολουθεί μια καθοδική τροχιά, που τείνει να καταστεί μη αντιστρέψιμη. Μια αλληλουχία στόχων τους οποίους έθεσε η ηγετική της ομάδα («αριστερή παρένθεση», αποτυχία των εκάστοτε αξιολογήσεων, προκήρυξη εκλογών, οικονομική κατάρρευση κ.λπ.), και πάνω στους οποίους διαμόρφωσε τόσο την πολιτική της στρατηγική όσο και την ίδια την ταυτότητά της, απέτυχαν ένας προς έναν, με αποτέλεσμα να βυθίζεται σήμερα σε πολιτικό κενό.

Δεν πρόκειται για αποτυχία μιας «λανθασμένης» επικοινωνιακής στρατηγικής, όπως διατείνονται ορισμένοι. Αντίθετα, το επικοινωνιακό αδιέξοδο αποτυπώνει και εκφράζει με ενάργεια το πλήρες πολιτικό αδιέξοδο. Γιατί η εφ’ όλης της ύλης και επί 24ώρου βάσεως επίθεση κατά της κυβέρνησης συνοδεύτηκε από την πλήρη ταύτιση της ΝΔ με τις θέσεις του «σκληρού πυρήνα» των δανειστών, από την υποστήριξη ενός ισοπεδωτικού νεοφιλελευθερισμού, από τη διατύπωση ενός ακραία αντικοινωνικού λόγου. Ενώ παράλληλη η ΝΔ και η ηγεσία της όχι μόνο ταυτίστηκαν με το σύστημα της διαπλοκής και τα πλέον στυγνά επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά και πολλές φορές καθόρισαν την πολιτική τους ατζέντα με βάση την προπαγανδιστική θεματική των καναλιών της διαπλοκής και τις δηλώσεις των ιδιοκτητών τους.

Η συνέπεια των επιλογών αυτών είναι πλέον ορατή. Η ΝΔ δεν μπορεί να διαμορφώσει ένα μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών ώστε να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Ο ακραία νεοφιλελεύθερος, αντικοινωνικός της λόγος δεν την απομακρύνει μόνο από την παραδοσιακή – λαϊκή της βάση, αλλά την εμποδίζει επίσης να διαμορφώσει έστω και χαλαρούς δεσμούς με τα μεσαία στρώματα που επλήγησαν καίρια από την ίδια την πολιτική που σήμερα «διαφημίζει» η ηγεσία της ΝΔ. Επιπρόσθετα, η νεοφιλελεύθερη «επίθεση» κατά της κοινωνίας συνοδεύεται από έναν υπερσυντηρητικό ακροδεξιό λόγο, που απωθεί έντονα κάθε δημοκρατικό, προοδευτικό ή «κεντρώο» πολίτη, προς τον οποίο η ηγεσία της ΝΔ θέλει να εμφανίζεται με τη «λεοντή» της Κεντροδεξιάς.

Ολες αυτές οι μεταλλάξεις έχουν αποκρυσταλλωθεί, έχουν αποκτήσει μη αντιστρεπτό χαρακτήρα στην πάλαι ποτέ φιλελεύθερη – συντηρητική παράταξη. Κι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορεί να τα αποκρύψει καμία επικοινωνιακή πολιτική, γι’ αυτό και θα καθορίζουν την πορεία της, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.

Από τη δική του πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ, έπειτα από μια δεινή δοκιμασία δυόμισι χρόνων, επιδιώκει τώρα να διαμορφώσει μια νέα αφετηρία, ένα νέο συνεκτικό σχέδιο, που δεν θα έχει κεντρικό στόχο τις επόμενες εκλογές, αλλά την επιτυχή και βιώσιμη έξοδο από τα μνημόνια και την επιτροπεία. Εάν δεν επιτευχθεί ο μείζων στόχος, τότε ο πρώτος είναι άνευ σημασίας.

Το σχέδιο αυτό συγκροτείται σε τρία αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα: στο παραγωγικό – αναπτυξιακό, στο επίπεδο της δόμησης ενός ενδιάμεσου πεδίου κοινωνικής συνοχής με την ενίσχυση των κοινωνικών θεσμών και των δικτύων αλληλεγγύης και, κατά τρίτον, στο επίπεδο των κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών. Ιδιαίτερα στο επίπεδο των κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών είναι προφανές ότι το ευρύ αντιμνημονιακό μέτωπο του 2015 θα πρέπει να αναδιαταχτεί στην κατεύθυνση μιας νέας κοινωνικής – ταξικής πλειοψηφίας, με συνεκτικούς ιστούς την παραγωγική ανάπτυξη, την αντιμετώπιση της ανεργίας, το κοινωνικό κράτος αλλά και τη σταδιακή διεύρυνση του δημοσιονομικού «χώρου» με τη βελτίωση του εισοδήματος των πολιτών.

Η πορεία προς την «έξοδο» από τα μνημόνια, πέρα από το μακροοικονομικό πλαίσιο, θα πρέπει να στηριχτεί σε συγκεκριμένους υλικούς και θεσμικούς όρους, που θα συμβάλουν στην ενεργητική παρέμβαση της κοινωνίας στις δύσκολες συγκυρίες που βρίσκονται ακόμα μπροστά μας, υπερβαίνοντας τη σημερινή παθητικοποίηση.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός, ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνουν μια νέα δυναμική πολιτική παρέμβαση στις εξελίξεις. Στο κρίσιμο διάστημα που μεσολάβησε από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι σήμερα διαμορφώθηκαν, μέσα από τις κρίσεις, τις επιτυχίες αλλά και τις ήττες, νέοι ιστορικοί όροι, νέα δεδομένα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας επέδειξαν ρεαλισμό και ευελιξία, διαμόρφωσαν συνθήκες διαχείρισης της κρίσης, χωρίς να ενσωματωθούν. Σήμερα ανακτούν τις πολιτικές πρωτοβουλίες, διευρύνουν τα όρια αυτονομίας, αυξάνουν το πολιτικό τους «κεφάλαιο». Κι αυτές οι παράμετροι προδιαγράφουν μια ανοδική δυναμική.

Η ΝΔ πορεύεται με τον νεοφιλελευθερισμό και την επικοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ με την παραγωγική ανάπτυξη και την κοινωνία. Το δίλημμα έχει αυτονόητη απάντηση.

 

 

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 15 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 17/09/2017