ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

«Η πραγματικά αριστερή – προοδευτική στάση δεν είναι να διατηρείς την καθαρότητα των θέσεών σου, αλλά να δίνεις μάχες για εφικτές αλλαγές προς όφελος των πολλών», είπε ο Αλέξης Τσίπρας στον Μάρτιν Σουλτς.
Μια γενική θέση που, από αριστερή σκοπιά, δεν είναι ούτε «δογματική» ούτε «αριστερίστικη». Είναι η πεμπτουσία του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ή, διαφορετικά, μια ρεαλιστική στρατηγική για την Αριστερά, που ισχύει -με διαφορετικό τρόπο- και στο πλαίσιο μιας ένωσης κρατών, όπως η ΕΕ και η Ευρωζώνη.

Στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές εκφράστηκε μια ισχυρή πολιτική αποδοκιμασία εναντίον του «μεγάλου συνασπισμού», των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών, που, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του Προσφυγικού, ενίσχυσε τις ακραίες δεξιές και ξενοφοβικές δυνάμεις. Ετσι, η ανάγκη πολιτικής διαφοροποίησης των Σοσιαλδημοκρατών τούς οδηγεί σε μια καταρχήν άρνηση να συμμετέχουν σε ένα νέο κυβερνητικό σχήμα με την κυρία Μέρκελ.

Οι διαδικασίες, όμως, συγκρότησης κυβέρνησης στη Γερμανία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις και επηρεάζουν άμεσα τη χώρα μας, που βρίσκεται στην ιδιαίτερη φάση της εξόδου από την κρίση. Προφανώς, έχει σημασία εάν στη Γερμανία υπάρχει μια κυβέρνηση περισσότερο ή λιγότερο θετική απέναντι στις ελληνικές επιδιώξεις και προσδοκίες. Αλλο μια κυβέρνηση Μέρκελ με τον φιλελεύθερο Κρίστιαν Λίντνερ, με τις γνωστές αρνητικές θέσεις του, και άλλο μια κυβέρνηση Μερκελ με τους Σοσιαλδημοκράτες, με την ευρωπαϊκή εμπειρία που διαθέτουν και την αυτοκριτική που κάνουν, τόσο στις πολιτικές λιτότητας όσο και στον κακό χειρισμό του ελληνικού θέματος.

Τώρα η επιλογή στη Γερμανία είναι μεταξύ μιας συντηρητικής και λιγότερο «ανοιχτής», από ευρωπαϊκής άποψης, κυβέρνησης και μιας κεντροδεξιάς με σοσιαλδημοκρατική συμμετοχή, περισσότερο «ανοιχτής» στις ευρωπαϊκές αξίες, με γνώση και εμπειρία του ελληνικού προβλήματος.

Μια «αριστερή κριτική» που διατυπώθηκε είναι αντίθετη σε μια τέτοια «σύμπραξη», καθώς προτάσσει την ανάγκη άμεσης διεύρυνσης και ενίσχυσης ενός καθαρού μετώπου «αντι-νεοφιλελεύθερων δυνάμεων», ως «μοχλού» γενικότερων αλλαγών στην Ευρώπη.

Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο. Ποιο είναι το πολιτικό διακύβευμα στη Γερμανία, με βάση τους εσωτερικούς συσχετισμούς δυνάμεων, αλλά και τον κρίσιμο ευρωπαϊκό ρόλο της, με κριτήριο τη χρονική συγκυρία, ενόψει ευρωπαϊκών αλλαγών. Ο κ. Τσίπρας με βάση αυτά τα κριτήρια είπε τη γνώμη του στον Μάρτιν Σουλτς.

Είναι, προφανώς, θέμα ευρωπαϊκών συσχετισμών, αλλά και οικονομικής και κοινωνικής οπτικής. Τίποτα δεν είναι «θέσφατο» με τη θεολογική έννοια του όρου. Επιλογές είναι. Και μπορεί κάποιος να τοποθετείται υπέρ ή κατά με κάποια αξιακά, κοινωνικοπολιτικά, εθνικά και ευρωπαϊκά κριτήρια. Ομως, άλλες μπορεί να είναι οι ανάγκες σε σχέση με τη γερμανική συγκυρία και άλλες για την ελληνική. Για την Ελλάδα, η προοδευτική και ρεαλιστική θέση είναι η συνεργασία των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, μόλις η χώρα εξέλθει των μνημονίων και αποκατασταθεί ο άξονας Αριστεράς – Δεξιάς με όλες τις αποχρώσεις του. Σε αντιπαράθεση με μια νεοφιλελεύθερη κοινωνική συγκρότηση, που πολιτικά και αξιακά προωθεί η ΝΔ. Σίγουρα, οι «ίσες αποστάσεις» δεν είναι επιλογή.

Προφανώς, ο υπό σύσταση νέος φορέας της Κεντροαριστεράς κάποια στιγμή, όσο προχωράει η οργάνωσή του, θα αναγκαστεί να επιλέξει… Δυστυχώς, η «ανάγνωση» της πολιτικής πραγματικότητας της χώρας από την αντιπολίτευση είναι εντελώς επιφανειακή και απλοϊκή… Ερμηνεύει τις ρεαλιστικές πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ -ο οποίος δεν εγκαταλείπει το πεδίο της δημοκρατικής ευρωπαϊκής Αριστεράς- ως «ψέματα» ή «κωλοτούμπες», «αντιφάσεις», έλλειψη ιδεολογικής εντιμότητας, καθαρότητας, ηθικής κ.λπ. Αυτό, μάλιστα, σε αντίθεση προς τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές δυνάμεις – εταίρους δανειστές, ηγέτες κ.λπ.

Το «γερά, Γερούν» έχει μετατραπεί σε καταγγελία των… «φρουί ζελέ» Ευρωπαίων που ευνοούν τον ΣΥΡΙΖΑ! Η πλήρης σύγχυση. Αλλη η πολιτική οπτική της «μεγαλύτερης εικόνας», που είναι οι «εν κινήσει» ευρωπαϊκές εξελίξεις, και άλλη η «μικρότερη εικόνα» της εσωτερικής πολιτικής σκηνής. Κάποτε ταυτίζονται και κάποτε δεν συμπίπτουν. Υπ’ αυτή την έννοια, για τη χώρα μας (και την Ευρώπη) μπορεί να είναι καλύτερο να κυβερνά στο Βερολίνο η Μέρκελ με τον Σουλτς, αλλά δεν ισχύει το ίδιο εάν στην Αθήνα η Φώφη συμπράξει με τον Κυριάκο… Οι τελικές απαντήσεις, βέβαια, ανήκουν στους λαούς της Γερμανίας και της Ελλάδας.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 26 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 3/12/2017