Δεν υπάρχουν πια οι παραδοσιακές «διαχωριστικές γραμμές» μεταξύ των κομμάτων, όπως τις γνωρίσαμε καθ’ όλη σχεδόν την περίοδο της Μεταπολίτευσης

ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ*
info@neaselida.news

Ενα μείζον χαρακτηριστικό της κρίσης που διαπερνά το πολιτικό μας σύστημα είναι το γεγονός ότι, εδώ και δυόμισι χρόνια, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αποστασιοποιηθεί πλήρως σχεδόν απ’ όλα τα κρίσιμα προβλήματα που αφορούν στο παρόν και το μέλλον της χώρας αλλά και στην επιβίωση ενός ολόκληρου λαού, και έχουν θέσει ως πρώτο και απόλυτο «στρατηγικό» στόχο την πτώση της κυβέρνησης. Κι αυτή τη «στρατηγική» υλοποιούν καθημερινά, είτε πρόκειται για τα κρίσιμα θέματα των αντιπαραθέσεων με τους δανειστές είτε για ζητήματα που αφορούν στην καθημερινή κυβερνητική διαχείριση. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις τέτοιου είδους «ζητήματα» είτε διογκώνονται υπέρμετρα είτε και κατασκευάζονται με την αγαστή συνεργασία των συστημικών ΜΜΕ.

Τι προβλέπει για την επόμενη μέρα της πτώσης της κυβέρνησης αυτή η «στρατηγική»; Από την πλευρά της ΝΔ «εξαγγέλλεται» η θριαμβευτική παλινόρθωση σύμπαντος του συστήματος της διαπλοκής και των εντολοδόχων των δανειστών, που θα υπηρετήσουν ομοθυμαδόν το νεοφιλελεύθερο – ακροδεξιό πρότυπο, επαναφέροντας την κυβερνητική εξουσία στην τροχιά της «κανονικότητας». Εάν, μάλιστα, χρειαστεί κάποια κομματική συνεργασία σε επίπεδο Κοινοβουλίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε και επίσημα στο πρόσφατο συνέδριο της ΔΗΣΥ ότι η αρμονική συνεργασία μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, που θεμελιώθηκε το 2012 με πρωταγωνιστές τους Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελο Βενιζέλο -και η οποία διεκόπη τόσο άδοξα τον Ιανουάριο του 2015-, αποτελεί ένα ιδεώδες πρότυπο που μπορεί ευδοκίμως να επαναληφθεί…

«Ισες αποστάσεις» προς ΝΔ
Από τη δική της πλευρά, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ διακηρύσσει τη θεωρία των «ίσων αποστάσεων» και έχει υιοθετήσει μια οξεία και άκρως πολωτική επιθετική στάση απέναντι στην κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ, στη βάση ενός μικρόνου και λανθασμένου στην ουσία μικροπολιτικού επιχειρήματος. Εκτιμώντας ότι ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ευνοϊκός, προσβλέπει ότι μετά την εκλογική αναμέτρηση και τη βαριά -όπως εκτιμά- ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ θα έχει «το πάνω χέρι» σε μια μελλοντική συνεργασία. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι φανερό ότι υποβαθμίζουν ή και αγνοούν πλήρως τις ριζικές, κοσμογονικού χαρακτήρα αλλαγές -τόσο σε κοινωνικοοικονομικό όσο και σε ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο- που επισυνέβησαν κατά τη μακρά και επώδυνη μνημονιακή εποχή.

Κοινωνικός και πολιτικός διπολισμός
Δεν υπάρχουν πια οι περίφημες παραδοσιακές «διαχωριστικές γραμμές» μεταξύ των κομμάτων, όπως τις γνωρίσαμε καθ’ όλη σχεδόν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Τόσο η διαμόρφωση της μεσαίας τάξης (με όλες τις εγγενείς αντιφάσεις που τη συνόδευαν) όσο και το εκτεταμένο και πολυσύνθετο πλέγμα της μικρομεσαίας δραστηριότητας επέτρεπαν τη διαμόρφωση μιας κεντροδεξιάς και μιας κεντροαριστερής κοινωνικοπολιτικής έκφρασης, ενώ οι μετακινήσεις των ψηφοφόρων στον «ενδιάμεσο» αυτό χώρο αναδείκνυαν το εκάστοτε κόμμα της διακυβέρνησης και προσδιόριζαν την προοδευτική ή συντηρητικότερη κυβερνητική στρατηγική.

Τα σκληρά νεοφιλελεύθερα προγράμματα, η κατακόρυφη πτώση του ΑΕΠ, η πρωτοφανής απώλεια των εισοδημάτων και η άνευ όρων μαζική ανεργία διαμόρφωσαν ένα βαθύ κοινωνικο-ταξικό ρήγμα, με σημαντικές επιπτώσεις στο ιδεολογικοπολιτικό πεδίο. Η κατάρρευση ενός μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης, η εξόντωση της μικρομεσαίας επιχείρησης, η μαζική φτωχοποίηση και περιθωριοποίηση των ασθενέστερων στρωμάτων συνιστούν τα εμφανή φαινόμενα αυτού του ιστορικού κοινωνικο-ταξικού ρήγματος. Ενός ρήγματος που διαμορφώνει ένα διαυγές συγκρουσιακό μέτωπο μεταξύ της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και ενός κλειστού συστήματος πολιτικοοικονομικών συμφερόντων, το οποίο υπηρέτησε πιστά και ιδιοποιήθηκε ιδεολογικοπολιτικά τις μνημονιακές πολιτικές και τις νεοφιλελεύθερες αντικοινωνικές «αξίες». Πρόκειται για ένα ιστορικό διπολικό σχίσμα που ξεκινά από την κοινωνικοοικονομική βάση και φτάνει ως τα ανώτατα επίπεδα του ιδεολογικοπολιτικού εποικοδομήματος.

Κι όμως, στη θέση αυτού του ιστορικού ρήγματος η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ βλέπει μια «γέφυρα», μια οργανική διαμεσολάβηση που καθιστά δυνατή -ίσως και ευπρόσδεκτη για ορισμένους στη Χαριλάου Τρικούπη- τη συνεργασία με τη ΝΔ. Η προσχηματική διακήρυξη περί ίσων αποστάσεων, όπως και οι επικλήσεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ περί κυβερνητικών σχημάτων «εθνικής συνεννόησης» δεν αποτελούν παρά τη βήμα προς βήμα πορεία για τη μελλοντική συμπόρευση του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ.

Αλλωστε, αυτή η γέφυρα επικοινωνίας διαμορφώνεται τόσο από την κοινή στάση των ηγεσιών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ απέναντι στους εκβιασμούς και τα πραξικοπήματα των δανειστών όσο και από την καθημερινή πολιτική ατζέντα των δύο κομμάτων στο εσωτερικό, όπου τα επιχειρήματα και οι πρακτικές τους αλληλοεπικαλύπτονται και συχνά συμπίπτουν. Με τον τρόπο αυτό η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν διαμορφώνει μια πειστική τακτική «ίσων αποστάσεων» από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, αλλά, αντίθετα, προδιαμορφώνει στρατηγικά τη μελλοντική της συμπόρευση με τη νεοφιλελεύθερη – ακροδεξιά ΝΔ.

Η τελευταία «ευκαιρία»
Εάν η πορεία αυτή δεν αναστραφεί, τότε ακυρώνεται πλήρως -ακόμα και ως θεωρητικό ενδεχόμενο- η όποια μετεκλογική συνεργασία ή συνεννόηση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ. Η ΔΗΣΥ και το ΠΑΣΟΚ δήλωσαν ότι αναζητούν την προγραμματική τους στρατηγική και την ιδεολογικοπολιτική τους ταυτότητα στο προσεχές συνέδριο του φθινοπώρου. Ισως υπάρχει ακόμα χρόνος για να αντιληφθεί το ΠΑΣΟΚ ότι εάν η μέλλουσα ιδεολογικοπολιτική του ταυτότητα εξακολουθεί να περιλαμβάνει τη στήριξη και νομιμοποίηση του Καστελόριζου, του PSI, των μνημονιακών πολιτικών και της νεοφιλελεύθερης – αγοραίας αντίληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας, τότε το ίδιο θα έχει διαβεί το «ρήγμα» και θα έχει οριστικά ενσωματωθεί στο συστημικό στρατόπεδο.

Πολύ περισσότερο που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικο-κομματική έκφραση μιας κοινωνικο-ταξικής πλειοψηφίας, δεν θα μπορούσε τότε σε καμία περίπτωση να συνεργαστεί, γιατί θα εγκαταλείπονταν αυτόματα από την ίδια την κοινωνική του βάση. Αλλωστε, ιστορικό θεμέλιο της δυναμικής και της ίδιας της υπόστασης του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ακριβώς αυτή η ευρεία κοινωνικο-ταξική πλειοψηφία, στην οποία θα πρέπει να απευθύνεται τόσο σε στρατηγικό όσο και σε καθημερινό επίπεδο η κυβερνητική πολιτική. Γι’ αυτό και κάθε είδους συνεργασία μόνο με τη βούληση και τη νομιμοποίηση της κοινωνικής αυτής πλειοψηφίας μπορεί να υπάρξει.

ΥΓ.: Αυτή ακριβώς η κοινωνική πλειοψηφία, συνειδητοποιώντας το βαθύ αυτό κοινωνικο-ταξικό ρήγμα οδήγησε κυριολεκτικώς τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 07 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 23/07/2017