ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΙΚΟΛ ΛΕΙΒΑΔΑΡΗ

 

Στην ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής του Ταλίν, στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Ανγκελα Μέρκελ θα συνομιλούν πλέον με διαφορετική, μετεκλογική γλώσσα. Και ο -λιγότερο ή περισσότερο φιλόδοξος- διάλογος για τη νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα εκκινήσει με όρους post election, στο νέο πολιτικό περιβάλλον που θα διαμορφώνουν δύο νωπές λαϊκές εντολές στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Στόχος και επιλογή του Αλέξη Τσίπρα είναι σ’ αυτό τον διάλογο η Ελλάδα να είναι παρούσα και δη ως μέρος της λύσης και όχι ως μέρος της κρίσης. Δεν πρόκειται για εύκολο στόχο, καθώς οι όροι του ευρωπαϊκού μετασχηματισμού θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα και τους συσχετισμούς ισχύος που θα βγάλουν οι γερμανικές κάλπες την επόμενη Κυριακή. Και, βεβαίως, από το αν -και στη βάση ποιας συμφωνίας με την καγκελαρία- θα παραμείνει ή όχι υπουργός Οικονομικών και στη νέα γερμανική κυβέρνηση ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

«Ο Σόιμπλε δεν τελείωσε ποτέ μαζί μας. Ούτε με τον ευρωπαϊκό Νότο», λέει χαρακτηριστικά υψηλόβαθμος κυβερνητικός παράγοντας και εντοπίζει τις δομικές αιτίες του «τείχους» Σόιμπλε -πέραν δοξασιών, μύθων και εμμονών- σε τρεις παράγοντες: «Στο ιστορικό έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στις ελληνικές ελίτ, στην πολιτική απέχθεια ενός καλβινιστικού, συντηρητικού συστήματος απέναντι σε μια αριστερή κυβέρνηση και -κυρίως- στην ανάγκη παραδειγματισμού, διά της πολιτικής πυγμής, του ευρωπαϊκού Νότου, με πρώτη την υπερχρεωμένη Ιταλία».

Παρά τις απρόβλεπτες παραμέτρους όμως, η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι συσχετισμοί και οι συμμαχίες έχουν αλλάξει, βλέπει το τρίμηνο μετά τις γερμανικές εκλογές ως «διάδρομο ευκαιρίας» για τη μεγάλη αλλαγή στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, και θέλει να εκμεταλλευτεί το κύμα των θεσμικών διεργασιών στην Ευρώπη για να βγει οριστικά από το κάδρο της κρίσης.

Σ’ αυτή την προσπάθεια ο πρωθυπουργός ποντάρει σε δύο παράγοντες: στον συντονισμό με τη Γαλλία και την Ιταλία και στο νέο αναπτυξιακό «δόγμα», στο μοντέλο του «Grinvest», που βασίζεται στην πάση δυνάμει στήριξη της υγιούς επενδυτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Στο εν λόγω πλαίσιο, τα ταξίδια του Εμανουέλ Μακρόν και του Πάολο Τζεντιλόνι και τα μηνύματα που εξέπεμψαν από την Αθήνα λίγο πριν από τις γερμανικές εκλογές μόνο τυχαία δεν ήταν. Ηδη υπάρχει ταύτιση απόψεων τόσο επί των προτάσεων Μακρόν για τις αλλαγές στην Ευρώπη όσο και επί του κορμού του σχεδίου Γιούνκερ, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα καταθέσει και σειρά από ελληνικές προτάσεις, στοχεύοντας στον περαιτέρω συντονισμό με Παρίσι και Ρώμη. Οι ίδιες πληροφορίες δείχνουν δε ως κομβική επ’ αυτού την επόμενη σύνοδο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου στη Λευκωσία στις 9 και 10 Οκτωβρίου.

Στο μέτωπο των επενδύσεων, το Ανώτατο Συμβούλιο Ελλάδας – Ιταλίας στην Κέρκυρα και οι τελικές υπογραφές που μπήκαν εκεί για τη μεταβίβαση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική Ferrovie dello Stato, αποτέλεσαν την πρώτη κυβερνητική ρελάνς στην επικοινωνιακή θύελλα που ξεσήκωσε η αντιπολίτευση για την υπόθεση Eldorado.

Το επόμενο βήμα αυτής της αντεπίθεσης είναι πολύ πιθανό να έρθει από το Ελληνικό, για το οποίο αποτελεί κεντρική κυβερνητική επιλογή να προχωρήσει άμεσα η επένδυση. «Θα τηρηθούν όλοι οι νόμοι, θα γίνουν σεβαστές όλες οι ανησυχίες, αλλά το θέμα του Ελληνικού θα κλείσει», αναφέρει κυβερνητική πηγή με εμπλοκή στην υπόθεση.

Εξίσου κεντρική επιλογή αποτελεί συνολικά η αποτελεσματικότητα στο στοίχημα της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Και εδώ πρόσωπα νέα αλλά και παλαιότερα, όπως ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Αλέκος Φλαμπουράρης, αναμένεται να έχουν κομβικό ρόλο, δίνοντας και το στίγμα του νέου προφίλ διακυβέρνησης. Χωρίς τούτο να συνεπάγεται και προοπτική άμεσου ανασχηματισμού, καθώς οι περισσότεροι στο κυβερνητικό στρατόπεδο συγκλίνουν με την εκτίμηση που διατύπωσε πρόσφατα ο Νίκος Βούτσης, ότι ανασχηματισμός δεν πρόκειται να γίνει τουλάχιστον πριν κλείσει η τρίτη αξιολόγηση.

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 15 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 17/09/2017