ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ
(cmachair@otenet.gr)

Τελικά, ποιο ήταν το έγκλημα του Τσίπρα; Πλαστογράφησε την ιστορία του Ανδρέα; Αντιμετώπισε τη διαδρομή του με τρόπο ανοίκειο και ασεβή πολιτικά; Προσάρμοσε την παρουσία του στα δικά του μέτρα; Ή μήπως υπενθύμισε ζητήματα-ταμπού, εξορισμένα εδώ και καιρό από τη δημόσια συζήτηση;

Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να καταθέσει στην επέτειο της 3ης του Σεπτέμβρη τη δική του οπτική για το «φαινόμενο Παπανδρέου» αντιμετωπίστηκε ως τυπική περίπτωση ιδιοποίησης αλλότριας πολιτικής κληρονομιάς και συσπείρωσε εναντίον του πρόσωπα που διεκδικούν τις παρακαταθήκες του Ανδρέα αλλά και παράγοντες με διαπιστωμένη αλλεργία στην πολιτική φιλοσοφία του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.

Καταρχάς, το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα αρμόδια να τους κρίνει είναι μόνο η ιστορία. Θέσεις, ωστόσο, δικαιούνται να διατυπώνουν όλοι. Υπό αυτή την έννοια, ο πρωθυπουργός, ακόμη και να το ήθελε, δεν μπορεί να κλείσει το κεφάλαιο της ιστορικής αποτίμησης. Μπορεί, αντίθετα, να υποστηρίξει πλευρές της παρουσίας του Ανδρέα Παπανδρέου ή και να συσχετίσει όψεις της πολιτικής αντίληψης που εισήγαγε με τη στάση των επιγόνων του, χωρίς αυτό να θεωρείται «εισοδισμός» ή «εισπήδηση» σε ξένο δόγμα, όπως -ούτε λίγο ούτε πολύ- επιχειρήθηκε να εμφανιστεί.

Τι λέει, λοιπόν, ο Τσίπρας; Η κεντρική θέση του άρθρου του πρωθυπουργού, που δημοσιεύτηκε στο «Documento», είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου εξέφρασε τον ριζοσπαστισμό που απελευθέρωσε η Μεταπολίτευση, ερχόμενος σε σύγκρουση με το παλαιό πολιτικό σύστημα. Επισημαίνεται, μάλιστα, η επίθεση που δέχτηκε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ από το κατεστημένο της εποχής, η οποία και οδήγησε στις γνωστές αγριότητες («πράκτορας της CIA», «αρχηγός της 17Ν» και άλλα συναφή).

Το σημείο αιχμής, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: ο Τσίπρας παραδέχεται ότι ο Ανδρέας δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το σύνολο όσων είχε υποσχεθεί, η αξία του, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι, συνυπολογίζοντας εσωτερικούς και εξωτερικούς συσχετισμούς, οδηγήθηκε σε προσαρμογές που δεν πήγαν τη χώρα και την κοινωνία πίσω, αλλά τις ώθησαν μπροστά.

Και είναι ακριβές. Γιατί, πέρα από τους φανατικούς που θα θυμούνται πάντα τον Ανδρέα ως τον πολιτικό που εκφώνησε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» για να το εγκαταλείψει στη συνέχεια, η συλλογική μνήμη θα τον θεωρεί ως το πρόσωπο που συνέβαλε, περισσότερο ίσως απ’ όλους, στην κατοχύρωση της δημοκρατίας, στην κατάργηση του μετεμφυλιακού κράτους, στην άνοδο της μεσαίας τάξης και στην εμπέδωση θεσμών όπως το ΕΣΥ.

Αυτός ήταν ο Ανδρέας. Μέσα από τα λάθη, τις υπερβολές ή και τους λαϊκισμούς που έθρεψε, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ αποδείχτηκε ηγέτης με όραμα, που έδωσε χώρο στο αποκλεισμένο τμήμα της κοινωνίας και οδήγησε τη χώρα, πέρα από τις όποιες αντιφάσεις του, σε καλύτερες μέρες.

Είχε πολιτική στόχευση η παρέμβαση του πρωθυπουργού; Προφανώς και είχε. Ο Τσίπρας χρησιμοποιεί το πολιτικό παράδειγμα του Ανδρέα, επιδιώκοντας να δείξει ότι η μετάβαση από το αναγκαίο στο εφικτό δεν υποδηλώνει αμοραλισμό ή εξουσιαστικά σύνδρομα, αλλά ορίζεται από την αμείλικτη πάντοτε αριθμητική των συσχετισμών.

Και κάτι επιπλέον: Μιλώντας για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να στείλει μήνυμα για τον άγονο, κατά τη γνώμη του, τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται η σημερινή Κεντροαριστερά. Είναι κι αυτός ένας λόγος, άλλωστε, των νευρωτικών αντιδράσεων -γιατί υπήρξαν και τέτοιες- που προκάλεσε το άρθρο του…

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 14 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 10/09/2017