ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΓΚΙΒΑΛΟΣ*

info@neaselida.news

Η πορεία προς την έξοδο και την οριστική απαλλαγή από τα μνημόνια και την επονείδιστη για έναν ολόκληρο λαό επιτροπεία απαιτεί, ασφαλώς, την εφαρμογή μιας σύνθετης και πολυεπίπεδης στρατηγικής. Σωστά η κυβέρνηση καθόρισε μια ισόρροπη και αρμονική σύζευξη στόχων που συνδυάζουν την παραγωγική – αναπτυξιακή πορεία με την ενίσχυση των θεσμών του κοινωνικού κράτους και με την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανεργίας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών υπάρχει όμως μια κρίσιμη, ιστορικώς αναγκαία προϋπόθεση: η επανασυγκρότηση και ενεργοποίηση του κοινωνικού υποκειμένου, ενός ευρύτερου κοινωνικοπαραγωγικού μετώπου, που θα στηριχτεί από μια πλειοψηφική κοινωνικοπολιτική συσπείρωση και συνεργασία.

Απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση: αυτό το νέο πλειοψηφικό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο δεν αποτελεί μια απλή «επανασυγκόλληση» και επανασυσπείρωση της ευρείας κοινωνικοταξικής πλειοψηφίας που διαμορφώθηκε ήδη από το 2014 και στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε τρεις επάλληλες κρίσιμης, ιστορικής σημασίας εκλογικές αναμετρήσεις. Σήμερα, ιδιαίτερα μετά τον Ιούλιο του 2015, έχουν διαμορφωθεί νέες συνθήκες και σημαντικές «μετατοπίσεις». Το αντιμνημονιακό μέτωπο του Ιανουαρίου του 2015, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί τον κεντρικό κοινωνικοταξικό πυρήνα των συμμαχιών που το συγκρότησαν, πρέπει να επαναδιαμορφωθεί και να θεμελιωθεί στις μείζονες κοινωνικές και αναπτυξιακές προτεραιότητες που καθορίζονται για την έξοδο από τα μνημόνια. Πρόκειται για τη δεύτερη και δημιουργική φάση της κοινωνικής αυτής συμμαχίας.

Το σύστημα της διαπλοκής και οι κομματικοί του εκπρόσωποι έχουν κατανοήσει απολύτως τη σημασία αυτού του μετώπου. Γι’ αυτό και επιχειρούν να δημιουργήσουν ρήγματα κυρίως στο ιδεολογικό και κομματικό επίπεδο, αφού στο καθαρά κοινωνικοπολιτικό υφίστανται ήττες κατά κράτος. Η διαρκής τεχνητή πόλωση, οι συκοφαντίες και η κατασκευή ψευδών ειδήσεων, η έξαρση ιδεολογικών θεμάτων, ο υπερσυντηρητισμός, η ακροδεξιά ρητορεία, η συνεχής επίκληση του δίπολου «νόμος και τάξη» αποτελούν τη στρατηγική μετατόπισης της πολιτικής ατζέντας στο ιδεολογικό επίπεδο.

Η «ιερά συμμαχία» της διαπλοκής πιστεύει ότι η ενεργοποίηση του συντηρητισμού, της παραδοσιακής νοοτροπίας, των προκαταλήψεων μπορεί να δημιουργήσει εντάσεις στο κοινωνικοεκλογικό σώμα που στήριξε και στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ ή έχει αποστασιοποιηθεί κριτικά, και να λειτουργήσουν τελικώς αποδιαρθρωτικά.

Είναι απόλυτα κατανοητό το γεγονός ότι η σοβαρή ιδεολογικοπολιτική υποχώρηση που επέφεραν το τρίτο μνημόνιο και η διαχείρισή του έχει οδηγήσει σε «ιδεολογική ασφυξία» ένα σοβαρό τμήμα του παραδοσιακού πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στην αγωνία «επανεύρεσης» των αυθεντικών αριστερών προσταγμάτων που συγκροτούν την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ομως στο σημείο αυτό εμφανίζονται τα προβλήματα. Καταρχάς, το αριστερό στίγμα της κυβερνητικής πολιτικής δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, μέσα από νομικές διαδικασίες. Αντίθετα, το αριστερό πρόσημο πρέπει να αναδυθεί και να εδραιωθεί κατεξοχήν στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, να προκύψει και να θεμελιωθεί μέσα από βιώσιμες κοινωνικές και ταξικές πολιτικές. Η ρήξη με τη διαπλοκή, ο δημόσιος χαρακτήρας της Υγείας και της Παιδείας συνιστούν πράγματι αριστερές πολιτικές.

Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή μιας ιστορικής – παραδοσιακής κουλτούρας δεν μπορεί να συντελεστεί αυτόματα, διά διαταγμάτων, αφού γνωρίζουμε ότι υπάρχει μια υστέρηση αλλαγών στο πολιτισμικό επίπεδο έναντι των μεταβολών που συντελούνται στην κοινωνικοοικονομική βάση.

Γι’ αυτό και σοβαρά ιδεολογικά και αξιακά θέματα που ήρθαν στο προσκήνιο και έγιναν αντικείμενο έντονης εκμετάλλευσης από την αντιπολίτευση (όπως, π.χ., το θέμα της σημαίας) θα πρέπει πριν απ’ όλα να προκύψουν ως αποφάσεις μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο και, το κυριότερο, να συνδεθούν και να «τροφοδοτηθούν» από μια κοινωνικοπολιτική «αριστερή ταυτότητα», που θα αναδυθεί και θα επικυρωθεί μέσα από τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές – θεσμικές αλλαγές και τομές.

Σε αντίθετη περίπτωση, οι οποίες ιδεολογικές παρεμβάσεις παραμένουν μετέωρες και έωλες. Και, το χειρότερο, διαμορφώνουν εξ αντικειμένου ρηγματώσεις και αντιθέσεις στο κοινωνικοταξικό ρεύμα που στηρίζει την κυβέρνηση. Δεν μπορεί να διαμορφώνεται, έστω και ακούσια, μια διαφοροποίηση, μια έμμεση αντίθεση μεταξύ του «κομματικοϊδεολογικού» ΣΥΡΙΖΑ και του «κοινωνικοπολιτικού» ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί το ιστορικό δεδομένο ότι το ευρύ μέτωπο που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ συγκροτήθηκε κατεξοχήν από ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και του ευρύτερου δημοκρατικού – προοδευτικού τόξου, τμήμα των οποίων είναι κληρονόμοι μιας παραδοσιακής κουλτούρας με έντονα στοιχεία συντηρητισμού και παράδοσης.

Αυτό δεν σημαίνει προφανώς ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης σε παραδοσιακές και εν πολλοίς αναχρονιστικές αντιλήψεις. Απαιτούνται όμως μέτρο, πολιτική «σοφία» και ωριμότητα, ώστε όχι μόνο να μην αποδυναμωθεί, αλλά, αντίθετα, να ενισχυθεί ένα ευρύ κοινωνικοπολιτικό μέτωπο που θα είναι ικανό όχι μόνο να οδηγήσει στην πολυπόθητη «έξοδο», αλλά και να διαμορφώσει μια σύγχρονη δημοκρατική, προοδευτική και αριστερή «κοσμοεικόνα» για τη χώρα και τον λαό της.

 

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ, στο φύλλο 10 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 13/08/2017