ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Ποιος έχει το copyright του φανατισμού; Ποιος φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη; Είναι η Αριστερά υπεύθυνη για τα χάλια του δημόσιου λόγου και για το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης των ημερών ή, μήπως, εξηγήσεις οφείλουν όσοι εκ των αντιπάλων της αντέγραψαν ή και… εξέλιξαν τις πολεμικές ρητορικές που απελευθέρωσε η κρίση;

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό, καθώς η βαριά σκιά του μίσους και των fake news, αντί να περιορίζεται, εξακολουθεί να πλακώνει ασφυκτικά την πολιτική ατμόσφαιρα και να μετατρέπει σε ρινγκ του κατς την πολιτική ζωή. Το επικίνδυνο είναι, μάλιστα, ότι η αισθητική των απόλυτων μονολόγων, της μηδενικής ανοχής και του δημόσιου στιγματισμού εισβάλλει από το περιθώριο στο κέντρο της σκηνής, συμπαρασύροντας οριζόντια μερίδες του κομματικού συστήματος που κάποτε έθυαν στην ανάγκη διαλόγου και υπηρετούσαν τους ήπιους τόνους.

Μόλις προχθές, ο αντιπρόεδρος της ΝΔ Αδωνις Γεωργιάδης δήλωσε ότι «ο Τσίπρας μπήκε στο κάδρο της μίζας», αποδεικνύοντας ότι ο τυφλός φανατισμός δεν έχει ούτε χρώμα ούτε πατρίδα. Στα χέρια ενός πολιτικού, μάλιστα, που ξέρει να μεταπλάθει τις πιο ενστικτώδεις και πρωτόγονες μορφές κοινωνικής πρόσληψης σε πολιτική θέση, ο φανατισμός μετατρέπεται σε δηλητήριο, που απειλεί να μολύνει ανεπανόρθωτα τη δημόσια ζωή.

«Μα, δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που ήρξατο πρώτος χειρών αδίκων;» είναι το σύνηθες επιχείρημα όσων αθωώνουν τους πιστολέρο του διαδικτύου και απολαμβάνουν τις σπονδές στο μίσος. Πράγματι. Τις εποχές όπου το αντιμνημονιακό μένος έβαζε φωτιά στα μάρμαρα της πλατείας, το μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς έκανε το λάθος να επενδύσει στον τραχύ ήχο της πόλωσης και να βαθύνει τις ακραίες αντιθέσεις που σφράγιζαν την εποχή.

Ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, έχει αλλάξει. Τον ωρίμασε βίαια το πυρετικό καλοκαίρι του 2015, τον προσγείωσε η στροφή στον ρεαλισμό που επιχείρησε και επιχειρεί. Οποιος δεν το βλέπει, δεν κάνει απλώς λάθος εκτίμηση. Εξωτερικεύει τους πόθους του για μια βολική αναμέτρηση παλαιάς κοπής· προβάλλει τις επιθυμίες του για μια Αριστερά βυθισμένη στις ψευδαισθήσεις, μόνιμο θαμώνα των εδράνων της άρνησης…

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: η νέα πόλωση αντιγράφει την παλιά, ο διχασμός αναδεικνύεται στη μόνη ανθεκτική ιδεολογική ύλη, η εκδικητικότητα, οι γενικεύσεις και οι αφόρητες σχηματοποιήσεις σφραγίζουν τη δημόσια ζωή.

Υπάρχει, άραγε, διέξοδος ή η πολιτική μοίρα του τόπου είναι να διχάζεται μόνιμα ανάμεσα σε στρατόπεδα, φατρίες και φυλές; Μπορεί να συνυπάρξουν οι πολιτικές δυνάμεις στα όρια του δημοκρατικού τόξου ή θα τεντώνουν τις χορδές του φανατισμού, σε βάρος των ουσιαστικών αντιπαραθέσεων;

Στα «Ιδεογράμματα» αυτού του φύλλου η «Νέα Σελίδα» ζητεί από πολιτικούς, πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους να πάρουν θέση απέναντι στον φανατισμό, θέτοντας το ερώτημα εάν αυτός συγκροτεί πλέον μια νέα ιδεολογία. Και ο διάλογος είναι αναγκαίος. Το έχουμε υποστηρίξει και με άλλη ευκαιρία, αλλά αξίζει να το επαναλάβουμε: για να επιστρέψει η χώρα στην κανονικότητα δεν φτάνει να ξαναπάρει μπρος η μηχανή της οικονομίας και να επουλωθούν οι κοινωνικές πληγές. Χρειάζεται να επιστρέψουμε όλοι στην κανονικότητα των πολιτικών αντιπαραθέσεων με κανόνες, αρχές και κόκκινες γραμμές.

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 26 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 3/12/2017