Γράφει ο Μενέλαος Γκίβαλος

Οι δύο επάλληλες ψηφοφορίες για την ανάδειξη της ηγεσίας του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς αποτέλεσαν στην πράξη μια διαδικασία με δύο σαφώς διακριτά στάδια, κάθε ένα εκ των οποίων «απάντησε» στα πραγματικά διλήμματα που δεν τέθηκαν ποτέ από τους υποψηφίους, αλλά αφορούσαν στους ίδιους τους ψηφοφόρους.

Στην ψηφοφορία της 12ης Νοεμβρίου απερρίφθη από το 75% περίπου των ψηφοφόρων η πρόταση διαμόρφωσης ενός ενιαίου φορέα, η οποία συνεπάγεται τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ και τη διάχυση και ενσωμάτωσή του σ’ ένα άμορφο σχήμα.

Συνέπεια της βασικής αυτής επιλογής ήταν η εντυπωσιακή αποδυνάμωση και σε κάποιες περιπτώσεις, όπως του Σταύρου Θεοδωράκη, η «καταβύθιση» υποψηφίων που δεν εξέφραζαν την πασοκική «αυθεντία».

Στην πραγματικότητα, την πρώτη Κυριακή απερρίφθη «μετ’ επαίνων» η πρόταση για ενιαίο φορέα. Από εδώ και πέρα ως μόνη -οριακά κι αυτή- αποδεκτή λύση απομένει το σχήμα της ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας με αποκλειστικά κυρίαρχο σε επίπεδο προσώπων και πολιτικών επιλογών το ΠΑΣΟΚ.

Γι’ αυτό και τη δεύτερη Κυριακή, αφού οι «ανεπιθύμητοι» απομακρύνθηκαν, η αναμέτρηση προσέλαβε καθαρώς εσωκομματικό χαρακτήρα, μετετράπη σε μια διαδικασία εσωτερικής «εκκαθάρισης λογαριασμών». Η ανοιχτή ρήξη του 2007 μεταξύ Γιώργου Παπανδρέου και Ευάγγελου Βενιζέλου αναδιατυπώθηκε και μετασχηματίστηκε -μέσα από τις ανακατατάξεις της μνημονιακής εποχής- στην αντιπαράθεση της Φώφης Γεννηματά με τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος θεωρείται ότι εκφράζει τη «στρατηγική» Βενιζέλου με προσθήκες εκσυγχρονιστικών προταγμάτων.

Στην πραγματικότητα, η αντιπαράθεση -έστω και με ήπιους τόνους- των δύο στρατοπέδων έληξε μεν με επικράτηση της Φώφης Γεννηματά, όμως ο Νίκος Ανδρουλάκης απέκτησε ισχυρό αριθμητικό και πολιτικό πλαίσιο νομιμοποίησης και, ασφαλώς, θα επιδιώξει να διεκδικήσει ισχυρή παρεμβατική παρουσία και επιρροή τόσο στις όποιες διαδικασίες για τον «νέο φορέα» όσο και στις εσωτερικές εξελίξεις του ΠΑΣΟΚ.

Τι απέμεινε συνεπώς απ’ όλη αυτή την πομπώδη διαδικασία των δύο Κυριακών; Πέρα από την πολυδιαφημισθείσα προσέλευση των 210.000 πολιτών κατά την πρώτη Κυριακή, αποκρυσταλλώθηκε τελικά μια νέα πραγματικότητα, που αποκαλύπτει ότι το εγχείρημα του ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς απονομιμοποιήθηκε τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο και μοιραία οδηγείται σε εγκατάλειψη, ενώ ταυτόχρονα δρομολογήθηκε μια διαδικασία εσωστρέφειας και εσωτερικής έντασης στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή στον κύριο «προωθητικό» πόλο του εγχειρήματος.

Ποιος είναι όμως ο σκοπός δημιουργίας του (αναζητούμενου) σχήματος της Κεντροαριστεράς και ποιες οι προοπτικές του; Πρωταρχικά, το σημερινό εγχείρημα έρχεται ως η τελική απόπειρα μιας ολόκληρης σειράς αποτυχημένων προσπαθειών προκειμένου να διαμορφωθεί στον «ενδιάμεσο χώρο» μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ ένα κομματικό μόρφωμα ικανό να εκπληρώσει και να υπηρετήσει έναν διπλό ρόλο:

Από τη μια, καλείται να διαμορφώσει ένα ισχυρό «ανάχωμα» απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να εμποδίσει ή και να ακυρώσει την επιρροή του στο πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα που στήριζε παραδοσιακά το ΠΑΣΟΚ και το οποίο, με αφετηρία τις ιστορικής σημασίας εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, ακολουθεί και στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ στις μέχρι σήμερα επάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις.

Ο άλλος, παράλληλος ρόλος του κομματικού αυτού μορφώματος επιβάλλει τη διαμόρφωση μιας ανοιχτής πολιτικής και κομματικής «γέφυρας» προς τη ΝΔ, μιας οιονεί, άτυπης πολιτικής συμπόρευσης και συνεργασίας, που θα οδηγήσει στις επόμενες εκλογές στην κυβερνητική σύμπραξη και συμπόρευση με την ακροδεξιά – νεοφιλελεύθερη παράταξη.

Γιατί προέκυψε η πλήρης «πολιτική αφωνία», η άρνηση να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα των υποψηφίων για την ηγεσία; Γιατί έχει αναπτυχθεί εδώ και καιρό η θεωρία των «ίσων αποστάσεων» από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ που καλύπτει προσχηματικά αυτή την «πολιτική αφωνία»;

Διότι αυτό υπαγορεύει ο διπλός ρόλος του νέου φορέα, που θα πρέπει, για να απευθυνθεί στα κοινωνικά στρώματα που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, να διατυπώσει έναν προοδευτικό – κοινωνικό αριστερό λόγο, ενώ ταυτόχρονα στην πράξη, λόγω της οργανικής του συμπόρευσης με τη ΝΔ, υποστηρίζει ευθέως τις νεοφιλελεύθερες – «μεταρρυθμιστικές» και «εκσυγχρονιστικές» θέσεις. Ο δήθεν κεντροαριστερός πολιτικός λόγος συνεπώς ακυρώνεται αυτόματα από την καθημερινή πρακτική συμπόρευση με τη ΝΔ και την ταύτιση και υποστήριξη των συστημικών – διαπλεκόμενων συμφερόντων.

Το εγχείρημα επομένως της Κεντροαριστεράς αυτοϋπονομεύεται και καταρρέει μέσα από τις ίδιες τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Η εναργέστερη απάντηση και απόδειξη δόθηκε από την ψηφοφορία της δεύτερης Κυριακής, παρά την απέλπιδα προσπάθεια των συστημικών παραγόντων αλλά και των ίδιων των διεκδικητών της ηγεσίας, που επιχείρησαν να ουδετεροποιήσουν και να αποχρωματίσουν κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά την ψήφο των πολιτών.

Τι απομένει συνεπώς σήμερα από το εγχείρημα της Κεντροαριστεράς και ποια η πορεία και η πολιτική στάση του «νέου φορέα»; Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι βασικός όρος της ύπαρξης και της προοπτικής του «νέου φορέα» παραμένει η κοινωνική και εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Ιδιαίτερα από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η απαξίωση και η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ οφείλονται σε ένα «λάθος της ιστορίας» το οποίο έχει προσωρινό χαρακτήρα, αφού οι εξαπατηθέντες ψηφοφόροι θα κατανοήσουν το κομματικό τους «αμάρτημα» και θα επανέλθουν στο ΠΑΣΟΚ κατά τη φυσική κίνηση της παλίρροιας και της άμπωτης.

Γι’ αυτό και η σύγκρουση και αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ αποκτά υπαρξιακό – οντολογικό χαρακτήρα: ΣΥΡΙΖΑ delendus est (ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταστραφεί). Αυτή η «κωδικοποίηση» εκφράζει τη «στρατηγική» θέση του νέου εγχειρήματος.

Σ’ αυτή, πάντως, τη βασική επιλογή θα πρέπει να προσθέσουμε τις ιστορικές «δουλείες» που έχουν συσσωρευτεί ιδιαίτερα κατά τη «μνημονιακή εποχή» τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στα άλλα μορφώματα της Κεντροαριστεράς και του Κέντρου και έχουν εγγραφεί στο ιδεολογικοπολιτικό DNA τους. Η ενσωμάτωση και ιδιοποίηση των μνημονιακών πολιτικών, η αποδοχή των νεοφιλελεύθερων αντικοινωνικών επιλογών, η κυβερνητική συνεργασία και συμπόρευση με τη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά και του ακροδεξιού πυρήνα που ηγεμονεύει και σήμερα στη ΝΔ αποτελούν μη αντιστρεπτές επιλογές και επικαθορίζουν (με την αλτουσεριανή νοηματοδότηση) την ταυτότητα και τις πολιτικές επιλογές του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς.

Τελικώς, μέσα απ’ όλες αυτές τις προσχηματικού χαρακτήρα διαδικασίες, επιλογές και «κεντροαριστερές» ταυτότητες, βρισκόμαστε μπροστά στην ελληνική εκδοχή του «ακραίου νεοφιλελεύθερου Κέντρου», που διαμορφώνεται ως παραπληρωματικό κομματικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης – συντηρητικής – ακροδεξιάς στρατηγικής, η οποία διαλύει σταδιακά ολόκληρη την Ευρώπη.

Το πρόβλημα, πάντως, για τον νέο φορέα της Κεντροαριστεράς είναι το γεγονός ότι ο οργανικός του εταίρος, η ΝΔ, βρίσκεται σε ένα προφανές αδιέξοδο. Και εάν μέσα από την αλληλουχία των εξελίξεων αποδειχτεί ότι ο στόχος της εξουσίας απομακρύνεται για τη ΝΔ, τότε η Κεντροαριστερά θα βρεθεί στο απόλυτο κενό. Εν τω Αδη όμως ουκ έστι μετάνοια.

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 25 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 26/11/2017