ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Ο Βασίλης Τσιάρτας υπήρξε ένα από τα τελευταία μεγάλα «δεκάρια». Ψηλός, ντελικάτος στο παιχνίδι του, με ωραία ντρίμπλα και «μεγάλη μπαλιά»… Οπαδοί και αντίπαλοι θα τον θυμούνται πάντα με ψηλά το κεφάλι να σημαδεύει και να πασάρει συνήθως με ακρίβεια στην άλλη άκρη του γηπέδου…

Ο ποδοσφαιριστής Τσιάρτας ήταν φτιαγμένος από πάστα νικητή και ταλέντο μεγάλο. Ο «σχολιαστής» Τσιάρτας, αυτός που έβγαλε στο διαδίκτυο όσο μίσος τού περίσσευε, κάνοντας άγριο φάουλ σε όσους τολμούν να έχουν διαφορετικές σεξουαλικές επιλογές από τις δικές του, είναι φτιαγμένος από αρχαία σκουριά και πρωτόγονες προκαταλήψεις. Στο γήπεδο του facebook οι μπαλιές του είναι μικρές, ασήμαντες, πάνε στο πουθενά… Αν, μάλιστα, ο ίδιος καταλάβαινε το βάρος όσων λέει, θα έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη και να τραβήξει στα αποδυτήρια με χαμηλωμένα τα μάτια και το κεφάλι…

Παρ’ όλα αυτά, ο τέως σταρ δεν είναι μόνος. Οπως με έκπληξη καταγράφουν πολλοί, την ανάρτησή του στο διαδίκτυο έσπευσαν να χειροκροτήσουν χιλιάδες οπαδοί των διακρίσεων, προσθέτοντας κι αυτοί ένα χολερικό πετραδάκι στην αλυσίδα της ντροπής. Μέσα σε λίγες ώρες, η αρχική ανάρτηση του Τσιάρτα είχε συγκεντρώσει 4.000 likes και 311 shares, ενώ η δεύτερη, με την οποία πήγε να μαζέψει την μπάλα, συγκίνησε άλλους 6.000 φίλους των λιβέλων και των τεχνών.

Εντυπωσιακό; Καθόλου! Σε αυτή τη χώρα, όπου και οι πέτρες ξέρουν ότι ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε στο όνομα της υπεράσπισης της ναζιστικής υστερίας, υπάρχουν γύρω στους 500.000 συμπολίτες μας που εξακολουθούν να ψηφίζουν τη Χρυσή Αυγή. Δεν παρασύρθηκαν από το αντιπολιτικό ρεύμα που γέννησε η κρίση, όπως κάποιοι έσπευσαν να μας εξηγήσουν, δεν παραπλανήθηκαν σε κάποια στιγμή πολιτικής σύγχυσης, θεωρώντας ότι έτσι τιμωρούν τον πολιτικό κόσμο, δεν εξαπατήθηκαν από τις ακροδεξιές μεταμφιέσεις. Επέλεξαν και την πρώτη και τη δεύτερη φορά -πριν και μετά τη δολοφονία- ένα κομματικό μόρφωμα που τους πάει, τους ταιριάζει, τους εκφράζει.

Προς τι, λοιπόν, η έκπληξη για τον στρατό που έσπευσε να χειροκροτήσει το ντελίριο του Τσιάρτα; Και λίγοι ήταν! Μπορεί ένας δημοφιλής μύθος της Μεταπολίτευσης να υποστηρίζει ότι σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά (διάβαζε: ρατσιστική) σκουριά δεν πιάνει, αλλά στα δύσκολα κρίνονται οι μεγαλοστομίες.

Θέλουμε δεν θέλουμε, όπως και αλλού συμβαίνει, η πρόσφατη γερμανική εμπειρία το υπογραμμίζει και με το παραπάνω, λαοί εξ ορισμού δημοκρατικοί, προοδευτικοί ιδεολογικά, απαλλαγμένοι από καθηλώσεις, εμμονές και μισαλλόδοξα πάθη ούτε υπήρξαν ούτε υπάρχουν.

Οι Ελληνες δεν είμαστε εξαίρεση. Το δείχνει η τραυματική εμπειρία της επταετίας, όπου, την ίδια ώρα που ένα τμήμα της κοινωνίας έβγαινε κόντρα στη χούντα ρισκάροντας ό,τι είχε και δεν είχε, ένα άλλο βολευόταν στη θαλπωρή της σιγής και ένα τρίτο χειροκροτούσε τους συνταγματάρχες.

Για να μην το ψάχνουμε και ψαχνόμαστε χωρίς λόγο: το ακροατήριο του Τσιάρτα, οι χειροκροτητές της τελευταίας του κακιάς μπαλιάς -τι κρίμα γι’ αυτόν, έναν πρίγκιπα της μπάλας, να είναι αυτή η τελευταία του παράσταση- δεν είναι ο φανταστικός όχλος που ζει και αναπνέει μόνο στο διαδίκτυο. Είναι οι Παπαδόπουλοι της διπλανής πόρτας!

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 18 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 08/10/2017