ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΕΡΑΦΕΙΜ Π. ΚΟΤΡΩΤΣΟΣ

Ο χρόνος διαρρέει ταχύτατα προς την «D-day» της εκλογής του αρχηγού του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς και η συζήτηση μεταξύ των (πολλών) υποψηφίων εξαντλείται σε μια μάχη μηχανισμών, σε αιχμές περί σκοπιμοτήτων που ακουμπούν ακόμα και τον κοινής αποδοχής επικεφαλής της επιτροπής διοργάνωσης της ψηφοφορίας, Νίκο Αλιβιζάτο, και σε τεχνικές λεπτομέρειες σχετικά με το κόστος και την εταιρεία που θα τη διεξαγάγει.

Ισως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της αντιπαράθεσης να είναι εντέλει ο ανταγωνισμός σε μια αντιΣΥΡΙΖΑ ρητορική. Αλλά είναι πράγματι αυτό που μπορεί να προσδιορίσει τον πολιτικό χώρο που υποτίθεται ότι διεκδικεί ο νέος φορέας;

Προφανώς όχι. Στο αγοραίο ερώτημα «Ποιος θα είναι ο αρχηγός;» η απάντηση θα έπρεπε να είναι ένα άλλο ερώτημα: «Για ποια Κεντροαριστερά μιλάμε;». Επ’ αυτού ελάχιστα λέγονται, κάποια υπονοούνται και πολλά περισσότερα αποκρύπτονται.

Σχεδόν από την αρχή αυτής της διαδικασίας ένας εκ των υποψηφίων, ο Γιάννης Ραγκούσης, έθεσε το ζήτημα της απεξάρτησης του νέου φορέα από τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Αν δεν είναι αυτοδύναμος, ας κυβερνήσει ως κυβέρνηση μειοψηφίας», είπε χαρακτηριστικά στις 14 Σεπτεμβρίου. Ο συνυποψήφιός του Νίκος Ανδρουλάκης είπε ότι «το ΠΑΣΟΚ πρέπει να απολογηθεί για τη συγκυβέρνηση με το ΛΑΟΣ» (20 Σεπτεμβρίου) και ότι «από το 2010 έως το 2012 έγιναν τρομερές επιλογές που προκάλεσαν τον δημοκρατικό κόσμο», κάτι που πολλοί εξέλαβαν και ως κριτική στη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ.

Από το «μας χωρίζει άβυσσος με τη ΝΔ» που είχε πει η Φώφη Γεννηματά, «καλωσορίζοντας» την εκλογή του κ. Μητσοτάκη στην ηγεσία, μέχρι τη σημερινή ταυτοσημία του αντικυβερνητικού λόγου η απόσταση είναι τεράστια και λογικά εγείρει ερωτήματα και απορίες. Οπως και η έκδηλη συμπόρευση του Ποταμιού με την αξιωματική αντιπολίτευση, σε συνδυασμό με την επιμονή του Σταύρου Θεοδωράκη να μιλά για νέο φορέα του Κέντρου, αφαιρώντας τη διάσταση της Αριστεράς από τη μαρκίζα του εκκολαπτόμενου φορέα.

Ολα αυτά πρέπει να εξηγηθούν τώρα, όχι μετά. Για τον απλούστατο λόγο ότι χωρίς «καλούς λογαριασμούς» οι φίλοι εύκολα γίνονται αντίπαλοι και η πολυκομματικότητα ακόμα ευκολότερα καταλήγει σε αμηχανία ή ακόμα και σε διάλυση.

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 17 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 01/10/2017