ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Τα κόμματα εξουσίας υπήρξαν πάντοτε αντικείμενο κριτικής. Ιδίως μετά την είσοδο της χώρας στα μνημόνια, η κριτική αυτή προσέλαβε χαρακτήρα σαρωτικό. Κάπως έτσι, και δεδομένης της απροθυμίας των ίδιων των πολιτικών να αναμετρηθούν με τον εαυτό και τα πάθη τους, παγιώθηκαν απόψεις που προσέγγιζαν το κομματικό φαινόμενο με τρόπο σχηματικό, αν όχι και ισοπεδωτικό. Το αποτέλεσμα ήταν τα κόμματα της Μεταπολίτευσης να θεωρηθούν φορείς των πιο αρνητικών όψεων της δημόσιας λειτουργίας, ξενιστές της διαφθοράς και εκκολαπτήριο των πάσης φύσεως σκανδάλων.

Παρόμοιας μεταχείρισης έτυχε και ο συνδικαλισμός, ο οποίος, στο όνομα υπαρκτών παθογενειών που τον κατατρύχουν, επιχειρήθηκε να εμφανιστεί ως το όχημα παρασιτικών δραστηριοτήτων και έκνομων λειτουργιών, που επωάζονται στον περίγυρο της πολιτικής και νομιμοποιούνται από ψευδεπίγραφες αντιπροσωπευτικές διαδικασίες.

Αυτό υπήρξε το αφήγημα των τελευταίων χρόνων. Και στην ανάπτυξή του συνέβαλαν οι περισσότεροι παράγοντες της δημόσιας ζωής, καθείς κατά το μερίδιο και την εκάστοτε οπτική του. Κόμματα και συνδικαλισμός αντιμετωπίστηκαν ως αντίπαλοι της κοινωνίας, λες και υπάρχουν κι άλλες εκδοχές κοινωνικής οργάνωσης που μπορούν να εκφράσουν -με τα όποια προβλήματά τους- τη συλλογικότητα σε περιβάλλον δημοκρατίας.

Αν αξίζει τον κόπο να επανέλθουμε σ’ αυτή την ούτως ή άλλως προβληματική συζήτηση που έθρεψε παραπλανητικές γενικεύσεις, είναι επειδή στις μέρες μας εκδηλώνεται με διάφορες αφορμές μια νέα προσπάθεια υπονόμευσης των συλλογικών θεσμών. Στο όνομα της δημοκρατίας ή ακόμα και της κοινωνίας των πολιτών, επιχειρούνται η απονομιμοποίηση του συνδικαλισμού και η αντικατάσταση κλασικών πολιτικών λειτουργιών, όπως είναι η διαδικασία δημοκρατικής εκλογής, από θεσμούς τηλεδημοκρατίας.

Στη ΝΔ, για παράδειγμα, που ζει τη μετάβαση από τον χώρο της Κεντροδεξιάς στον γαλαξία μιας νεο-Δεξιάς ανοιχτής ακόμα και σε ακραίες απόψεις, ξαφνικά προβάλλεται ως ανάγκη η διάλυση του φοιτητικού συνδικαλισμού και ανακοινώνεται η απόσυρση της ΔΑΠ από τις εκλογικές διαδικασίες. Με επιχείρημα την υπαρκτή στρέβλωση του φοιτητικού κινήματος και τη φθορά των συμμετοχικών διαδικασιών, προτείνεται το χουντικής καταγωγής μοντέλο του ενιαίου ψηφοδελτίου, το οποίο, προφανώς, θεωρείται καταλληλότερο για να στεγάσει τις lifestyle ανησυχίες των βλαστών της ΝΔ και άλλες «αριστείες» α λα δεξιά, όπως υπήρξαν οι οργανωμένες εξορμήσεις στο λίκνο της Μυκόνου.

Αλλά και στον χώρο της Κεντροαριστεράς -όχι όλης, ευτυχώς- κερδίζουν τελευταία έδαφος απόψεις που αντιλαμβάνονται την πολιτική λειτουργία με όρους τηλεπαιχνιδιού. Χαρακτηριστική του κλίματος που δημιουργείται είναι η όλη συζήτηση για την ηλεκτρονική ψηφοφορία ενόψει της εκλογής νέου αρχηγού της Κεντροαριστεράς, η οποία, αν τελικώς πραγματοποιείτο, θα ήταν το πρώτο βήμα για τη δημιουργία κομμάτων-φαντασμάτων, χωρίς ιδεολογικό κορμό και πολιτική συνοχή.

Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν περιττή η επισήμανση, αλλά σήμερα μοιάζει επιβεβλημένο να ειπωθεί ότι άλλο ψηφοφόρος και άλλο μέλος κόμματος. Ο πρώτος απλώς επιλέγει, ο δεύτερος επιλέγει και στρατεύεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κόμματα είναι σήμερα βαριά πληγωμένα, αλλά τα κόμματα για… περαστικούς μπορεί να αποδειχτούν και επικίνδυνα, καθώς η ρευστοποίηση των κομμάτων μπορεί να οδηγήσει στη ρευστοποίηση της ίδιας της πολιτικής.

Πρόταγμα μιας ολόκληρης εποχής υπήρξε η ανάγκη να αντιμετωπίσει η κοινωνία τη μοιρολατρία και να σηκωθεί από τον καναπέ της αδιαφορίας. Στο κλίμα που διαμορφώνεται, η πολιτική δραστηριότητα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε δημόσιο θέαμα, όπου η μόνη μορφή αντιπροσωπευτικότητας και συμμετοχής θα είναι τα πολιτικά στοιχήματα και οι κομματικές λοταρίες.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 16 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 24/09/2017