Γράφει η Νικόλ Λειβαδάρη

Η συζήτηση για την ταυτότητα φύλου στη Βουλή δεν ήταν μόνο αναμέτρηση με επίκεντρο τα ατομικά δικαιώματα. Ηταν ταυτόχρονα κι ένας σταθμός που μπορεί να αλλάξει τους όρους και τα δεδομένα του πολιτικού παιχνιδιού, καθώς έφερε σε πρώτο πλάνο το δίλημμα «πρόοδος ή συντήρηση».

Η ανάδειξη του εν λόγω διλήμματος αποτελεί στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης και του Αλέξη Τσίπρα και έχει καθαρή στόχευση: το άνοιγμα της πολιτικής ατζέντας έξω και πέρα από τη μνημονιακή ρότα, τον επαναπροσδιορισμό των ιδεολογικών προταγμάτων και, πρωτίστως, την παγίωση του δίπολου Αριστεράς και Δεξιάς, ενώπιον του οποίου θα κληθούν να πάρουν θέση άπαντες, μηδέ της Κεντροαριστεράς εξαιρουμένης.

Είναι μια στρατηγική που εμπεριέχει ρίσκα και παγίδες, σε πρώτο χρόνο, ωστόσο, το πολιτικό «ταμείο» που γίνεται στο Μαξίμου είναι θετικό. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι κερδήθηκε μια μάχη πολιτικής ηγεμονίας ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και στον άξονα του υπερσυντηρητικού και ακραίου πολιτικού λόγου. Σημειώνουν επίσης ότι καταγράφηκε μια πρώτη τακτική ήττα των «έξαλλων κύκλων» της Εκκλησίας, αναδείχτηκε πλήρως η ακροδεξιά απόκλιση της Νέας Δημοκρατίας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε εγκλωβισμένος και απομονωμένος.

Το σχόλιο, άλλωστε, του Νικήτα Κακλαμάνη σήμερα στη Νέα Σελίδα, ότι «δεν έπρεπε να πέσουμε στην παγίδα του Τσίπρα», είναι ενδεικτικό του κλίματος και στην ίδια τη ΝΔ. Και συμπυκνώνει το συμπέρασμα αρκετών «γαλάζιων» στελεχών, ότι το φιλελεύθερο προφίλ του κόμματος ναυάγησε στο… «είστε άθεοι!» του Αδωνι Γεωργιάδη.

Στον αντίποδα, βεβαίως, η ψηφοφορία της περασμένης Τρίτης στοίχισε στην κυβέρνηση την αναμενόμενη μεν, ανοιχτή δε διαφοροποίηση τόσο του συγκυβερνώντος Πάνου Καμμένου όσο και βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Και παράλληλα έδειξε ότι το «τόξο της προόδου» και οι όποιοι δίαυλοι με την Κεντροαριστερά είναι εύθραυστοι και ασταθείς. Το επίμαχο άρθρο 3 μπορεί να πέρασε με τις ψήφους των βουλευτών του Ποταμιού και του επικεφαλής της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλου, όμως η Φώφη Γεννηματά και το ΠΑΣΟΚ επέλεξαν την αποστασιοποίηση.

Σε ό,τι αφορά στο θέμα των ΑΝΕΛ, η απάντηση που δίνεται από κυβερνητικές πηγές είναι ότι ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει ουσιαστικό ρήγμα ως τις εκλογές, έστω κι αν «η συμμαχία αυτή δεν είναι αιώνια», όπως συνηθίζει να λέει και ο Δημήτρης Παπαδημούλης. Οι διαφοροποιήσεις των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζονται περισσότερο ως προσωπικοί πολιτικοί εγκλωβισμοί παρά ως δομικό πολιτικό ζήτημα, ενώ ως προς την Κεντροαριστερά η έμμεση απάντηση μάλλον δόθηκε από τον Νίκο Παππά με το άρθρο του στην «Αυγή». «Για εμάς», έγραψε, «η διαρκής διεύρυνση του τόξου των δυνάμεων που θα στηρίξουν το πρόγραμμα της δίκαιης ανάπτυξης, ένα πλέγμα προοδευτικών και αριστερών πολιτικών, είναι θεμιτός, αυτονόητος και διαρκής στόχος».

Τουτέστιν, τα διλήμματα παραμένουν ανοιχτά και θα συνεχίσουν να τίθενται. Διότι, όπως λέει στη «Νέα Σελίδα» κυβερνητικό στέλεχος, «τα δέκα χαμένα χρόνια της κρίσης πρέπει να ξεπεραστούν όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά. Και, ενώπιον αυτής της ανάγκης, κανείς δεν θα μπορεί να κρύβεται για πάντα…».

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 19 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 15/10/2017