ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΓΚΙΒΑΛΟΣ* 

 

Για εκείνους που βίωσαν το «ελληνικό δράμα» αλλά και για εκείνους που προσπάθησαν να κατανοήσουν τις επιλογές και τη στρατηγική της γερμανικής ελίτ όλα αυτά τα χρόνια θα μπορούσε να αποτελέσει «πρώτη είδηση» η διαπίστωση ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αποχωρεί από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, ενώ η Ελλάδα παραμένει στην Ευρωζώνη…

Σήμερα βεβαίως, που ολοκληρώνεται ένας κύκλος, οι μάσκες πέφτουν, τα προσχήματα καθίστανται περιττά. Ο ίδιος ο Β. Σόιμπλε επαίρεται δημόσια ότι πρωταγωνίστησε στη «συζήτηση» για την εκπαραθύρωση της χώρας μας από την Ευρωζώνη, ενώ ο γερμανικός Τύπος ομολογεί επισήμως ότι ο Β. Σόιμπλε ήδη από το 2011 εξωθούσε την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης, με κορυφαίο στάδιο της στρατηγικής αυτής το καλοκαίρι του 2015 – μια στρατηγική που δεν εγκατέλειψε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2016, όπως αποκάλυψε ο Πιερ Μοσκοβισί.

Ουδεμία έκπληξη… Γιατί ο πολιτικός κυνισμός, η οίηση, η επίδειξη δύναμης και οι αμέσως ή εμμέσως εκτοξευόμενες απειλές αποτελούν εγγενή χαρακτηριστικά κάθε αυταρχικής εξουσίας, όπως αυτή που ασκούν η γερμανική ελίτ και οι εκπρόσωποί της.

Αυτός όμως ο απροκάλυπτος κυνισμός και η επίδειξη δύναμης αποτελούν, σε τελική ανάλυση, χρήσιμα ιστορικά δεδομένα για να συναχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα. Αποδεικνύεται πρωταρχικά ότι οι περίφημες διαπραγματεύσεις και αξιολογήσεις που διεξήχθησαν από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι σήμερα δεν συνιστούσαν παρά επάλληλες φάσεις ενός συνεχούς εκβιασμού και ακραίων πιέσεων που κατέληγαν (ως εναλλακτική του Grexit) σε επαχθείς συμφωνίες.

Από την άλλη πλευρά, καταρρέει πλήρως το «αφήγημα» της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και των «συμπαρομαρτούντων» τους μορφωμάτων ότι δήθεν η ελληνική κυβέρνηση ήταν υπεύθυνη για την παράταση των εκάστοτε διαπραγματεύσεων, εμφορούμενη από αριστερές και λαϊκιστικές ιδεοληψίες και εμμονές.

Την κρίσιμη αυτή περίοδο, που τα αδιέξοδα, οι εντάσεις και οι στρατηγικού χαρακτήρα αντιθέσεις πληθαίνουν στην Ευρώπη, τόσο η γερμανική ελίτ όσο και συνολικά το ευρωπαϊκό «ιερατείο» διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για νέες κρίσεις και νέες αποτυχίες.

Η νέα γερμανική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τα συσσωρευμένα, μείζονα αυτά προβλήματα, χωρίς, μάλιστα, να διαθέτει την εσωτερική συνοχή που είχε διασφαλίσει ο «μεγάλος συνασπισμός». Θεωρείται δεδομένο ότι στη νέα γερμανική κυβέρνηση αφενός θα εκφραστούν σε επίπεδο θέσεων και αντιλήψεων οι στρατηγικές του ακροδεξιού – νεοχιτλερικού AfD και του ακραία νεοφιλελεύθερου κεντρώου FDP, ενώ, από την άλλη πλευρά, το SPD θα είναι υποχρεωμένο να ασκήσει σοβαρή και έντονη αντιπολίτευση προκειμένου να διασφαλίσει τη δική του επιβίωση και να ανασυγκροτήσει την ταυτότητά του. Ολα αυτά διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, με πρόσθετες δυσχέρειες και λιγότερο ευοίωνες προοπτικές.

Τα νέα αυτά δεδομένα όχι μόνο δεν επιτρέπουν το άνοιγμα νέων μετώπων, αλλά δημιουργούν την ανάγκη κάποιων θετικών μηνυμάτων, κάποιων επιτυχιών, έστω και περιορισμένων διαστάσεων.

Μια παρόμοια περίπτωση είναι αυτή της χώρας μας. Η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχία της γερμανικής ελίτ, του Βερολίνου και των Βρυξελλών, να πιστωθεί σε αυτούς ως «ευτυχής κατάληξη» των μνημονίων, των προγραμμάτων περιστολής, των στρατηγικών τους…

Αυτή την επιλογή, αυτή την τακτική υιοθετούν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Ούτε την ελληνική κυβέρνηση θέλουν να στηρίξουν ούτε αγάπησαν και εκτίμησαν ξαφνικά τον Αλέξη Τσίπρα. Τη δική τους πολιτική θέλουν να δικαιώσουν. Γι’ αυτό και εμείς θα πρέπει να κατανοήσουμε την «αξία» της συγκυρίας και να επωφεληθούμε από αυτή, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, αξιοποιώντας τη στο έπακρο.

Η ΝΔ και η ηγεσία της δεν θέλουν και δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τις αλλαγές και τις διαφοροποιήσεις που συντελούνται. Η ΝΔ από την «εποχή» του Λουκά Παπαδήμου ενσωματώθηκε πλήρως στο νεοφιλελεύθερο – ακροδεξιό στρατόπεδο και, το κυριότερο, απεμπόλησε κάθε στοιχείο πολιτικής αυτονομίας. Δεν παράγει πολιτικές θέσεις, δεν

έχει πρόγραμμα που να αφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης και στην πορεία εξόδου της χώρας από τα μνημόνια.

Στην πράξη η ΝΔ δρα ως δορυφορικό σχήμα του σκληρού κεντρικού πυρήνα των δανειστών, ακολουθώντας την «τροχιά» του. Δεν έχει δικό της πολιτικό κέντρο βάρους και επιβιώνει λάθρα, υιοθετώντας άκριτα τις θέσεις και τις επιλογές του νεοφιλελεύθερου Κέντρου.

Τώρα όμως που το ευρωπαϊκό «ιερατείο» είναι υποχρεωμένο -για τους δικούς του λόγους- να αναπροσανατολίσει την πορεία του, το δορυφορικό σχήμα της ΝΔ βρέθηκε εκτός τροχιάς, κινούμενο από τις δυνάμεις αδράνειας του πρόσφατου παρελθόντος. Γι’ αυτό και σήμερα επικρατεί πανικός και ανασφάλεια στη ΝΔ και στην ηγετική της ομάδα, όπου μετά τις δηλώσεις του Γερούν Ντάισελμπλουμ περί του χρόνου διεξαγωγής των εκλογών αλλά και τους επαίνους που επιδαψίλευσε στον Ελληνα πρωθυπουργό αισθάνονται περίπου ως απατημένες σύζυγοι…

Το πέρας της τρίτης αξιολόγησης θα αποτελέσει και τυπικά το τέλος της πολιτικής που ακολούθησαν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τα υπόλοιπα κεντρώα μορφώματα από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι σήμερα με κεντρικό σύνθημα την «αριστερή παρένθεση».

Τώρα οι αντιθέσεις μεταφέρονται στο εσωτερικό της ΝΔ. Η αμφισβήτηση τόσο για την ακολουθούμενη πολιτική όσο και για το ίδιο το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτούν πλέον νέα δυναμική, την οποία επιχειρεί να καταστείλει ο πρόεδρος της παράταξης με το έκτακτο συνέδριο του Δεκεμβρίου.

Ολα αυτά τα χρόνια η ΝΔ υιοθέτησε άκριτα τον ρόλο της «μακράς χειρός» των δανειστών στο εσωτερικό της χώρας και υπαλληλοποιήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά στις επιλογές τους. Σήμερα αισθάνεται άχρηστη, περιττή, περιφρονημένη.

Αυτή είναι όμως η μοίρα όσων θεωρούν ότι θα επιβιώσουν ετεροκαθοριζόμενοι και υποτασσόμενοι στις επιλογές και στις στρατηγικές των «αφεντικών». Γιατί διατηρούν την εύνοιά τους μόνο όσο τους είναι χρήσιμοι – ακόμα και ως «χρήσιμοι ηλίθιοι»…

 

 

* Αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 19 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 15/10/2017