ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

 

Ας μην αποφύγουμε το δύσκολο ερώτημα: Μπορεί η Αριστερά ως κυβέρνηση να εφαρμόζει σε έκτακτες συνθήκες ένα πρόγραμμα λιτότητας; Ή μήπως συνιστά προδοσία των ιερών και των οσίων της;

Εάν η επιλογή είναι Ευρωπαϊκή Ενωση και ευρώ και η χώρα βρίσκεται σε χρεοκοπία και σε σκληρή επιτήρηση, το ερώτημα είναι πώς θα οδηγηθούμε στον δρόμο για την έξοδο από την κρίση με τις λιγότερες επιπτώσεις για τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Και πώς το μοντέλο ανάπτυξης και παραγωγής της επόμενης μέρας θα οδηγεί σε συνθήκες δικαιότερης κατανομής. Η λιτότητα ήταν το πανάκριβο «εισιτήριο» που μας επέβαλαν οι δανειστές για την πορεία προς την έξοδο. Πάντως, κάποιο «εισιτήριο» θα πληρώναμε…

Ηδη από το 1977, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο μεγάλος Ιταλός ηγέτης του ευρωκομουνισμού, σε άλλες συνθήκες κρίσης και σε άλλο διεθνές πλαίσιο, είχε προφητικά μιλήσει για τη «δίκαιη λιτότητα». Οπως γράφει σε άρθρο του στο περιοδικό «Lo Straniero» ο Ιταλός συγγραφέας Αλεσάντρο Λεογκράντε (δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών»), συνοπτικά η βασική ιδέα του Μπερλινγκουέρ ήταν ότι «το ζητούμενο δεν είναι να παραμείνουμε σε μια αμυντική θέση και να υποχρεώσουμε τους εργαζόμενους και τις λιγότερο εύπορες τάξεις να μετάσχουν στην κατανομή του κόστους της κρίσης σήμερα, για να δοθεί νέα ώθηση στο ίδιο μοντέλο ανάπτυξης και στην ίδια κοινωνικοοικονομική διάταξη αύριο. Το ζητούμενο είναι, αντίθετα, να επιδιώξουμε τη ριζική αλλαγή του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης». Οπως έλεγε ο Μπερλινγκουέρ: «Ετσι νοούμενη η λιτότητα, γίνεται όπλο σύγχρονης πάλης».

Η δικαίωση, λοιπόν, ή μη μιας αναγκαστικής, σε συνθήκες κρίσης και χρεοκοπίας, πολιτικής λιτότητας συναρτάται από το εάν οδηγεί ή όχι σε μια νέα κοινωνικοοικονομική διάταξη την επόμενη μέρα. Δεν δικαιώνεται, εάν εντέλει θα αναπαραγάγει το παρασιτικό κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης με τη διαφθορά, τη σπατάλη, την άδικη κατανομή του πλούτου, την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό και τον παράλογο υπερκαταναλωτισμό.

Βέβαια, τότε που έλεγε αυτά ο Μπερλινγκουέρ αφορούσαν στο ιταλικό μοντέλο ανάπτυξης και πεδίο αναφοράς είχε την εθνική οικονομία της Ιταλίας. Σήμερα η υπέρβαση ενός συστήματος που βρίσκεται σε δομική κρίση αφορά στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το πεδίο είναι υπερεθνικό. Οι πολιτικές λιτότητας αφορούν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, αλλά η ένταση ποικίλλει και έχει εθνικές αποχρώσεις. Σ’ εμάς, λόγω υπαγωγής σε μνημονιακές συμφωνίες, υπήρξε και είναι ιδιαίτερα βαριά. Επίσης, οι αναπτυξιακές συνθήκες κάθε κράτους-μέλους της ΕΕ είναι διαφορετικές. Ενώ οι πλεονασματικές χώρες του Βορρά επωφελούνται από τις ελλειμματικές χώρες του Νότου. Οι πολιτικές λιτότητας, όχι μόνο σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά και σε εθνικό, έχουν χαμένους και κερδισμένους.

Η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης οφείλουν από τις συνθήκες λιτότητας και ύφεσης, με «όχημα» τη δημοκρατία, να προχωρήσουν σε δομικές αλλαγές του ευρωπαϊκού συστήματος. Μια μετα-κεϋνσιανή οικονομική ατζέντα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μπορεί να δώσει στρατηγική διέξοδο από τις σημερινές πολιτικές λιτότητας και να αξιοποιήσει θετικά για την οικονομία και την κοινωνία το κόστος της λιτότητας που πληρώνουμε σήμερα, με όρους πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής εξυγίανσης.

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 09 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 6/08/2017