ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΙΚΟΛ ΛΕΙΒΑΔΑΡΗ

Το βράδυ της περασμένης Κυριακής, μια φωτογραφία έκανε τον γύρο του διαδικτύου. Ηταν η φωτογραφία του Κώστα Λαλιώτη στη Χαριλάου Τρικούπη να γιορτάζει, με ένα πουράκι, την εκλογική νίκη της Φώφης Γεννηματά. Κι ήταν η εικόνα που μάλλον σκίασε αρκετές προσδοκίες και ακόμη περισσότερους σχεδιασμούς πολιτικών εφεδρειών στις τάξεις της Νέας Δημοκρατίας. «Οταν βλέπεις τον Λαλιώτη και τον Τσούρα στους πανηγυρισμούς της Φώφης, δεν βλέπεις εύκολα συγκλίσεις και συναινέσεις με έναν Μητοστάκη» ήταν το χαρακτηριστικό σχόλιο παλαιού και έμπειρου «γαλάζιου» στελέχους.

Το κατά πόσο ισχύει αυτό θα το δείξουν οι εξελίξεις των επόμενων μηνών και, κυρίως, η ταυτότητα και το ιδεολογικό στίγμα του νέου φορέα. Η ιστορία, άλλωστε, δεν γράφεται με πολιτικές βεντέτες, αλλά με πολιτικές και προγραμματικές συγκρούσεις. Εως τότε, το βέβαιο είναι ότι το αποτέλεσμα της κάλπης της Κεντροαριστεράς ανοίγει ζυμώσεις, ωσμώσεις και ανασχεδιασμούς σε όλο το πολιτικό τόξο. Και, μαζί, επανεκκινεί τη συζήτηση -δημόσια και παρασκηνιακή- για τις μελλοντικές, μετεκλογικές συγκλίσεις και συνεργασίες.

Το έναυσμα και το -πρώιμο έστω- πλαίσιο αυτής της συζήτησης, άλλωστε, τα έδωσαν ήδη οι πολιτικοί αρχηγοί, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος

Μητσοτάκης, με τις συγχαρητήριες δηλώσεις τους προς τη Φώφη Γεννηματά. «Ελπίζω η εκλογή της να συμβάλει στη βελτίωση των σχέσεων και στον διάλογο μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων στη χώρα μας, όπως ήδη γίνεται σε όλη την Ευρώπη» ήταν το δημόσιο μήνυμα του πρωθυπουργού, ενώ ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είχε προηγηθεί λέγοντας «προσβλέπω πάντα σε μια ειλικρινή συνεννόησή μας για τα σημαντικά ζητήματα του τόπου».

Η ίδια η Φώφη Γεννηματά απαντά επί του παρόντος επιμένοντας στη γραμμή των ίσων αποστάσεων, παρ’ ότι η ρητορική της έναντι της κυβέρνησης είναι πιο σκληρή από εκείνη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Ανιχνεύοντας, ωστόσο, συσχετισμούς, προθέσεις και πολιτικές δυναμικές, δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε στην Πειραιώς η αποκάλυψη του Γιώργου Παπανδρέου στην τηλεοπτική του συνέντευξη στον ΑΝΤ1 ότι ο βασικός όρος που έθεσε προκειμένου το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών (ΚΙΔΗΣΟ) να ενταχθεί στη Δημοκρατική Συμπαράταξη και στις διεργασίες για τον νέο φορέα ήταν να μην υπάρξει μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. «Δεν θεωρώ», είπε, «ότι η ΝΔ έχει κάνει τα απαραίτητα βήματα για να μιλάμε για πραγματικές αλλαγές. Το να κάνουμε συνεργασία απλώς για να μοιράσουμε την εξουσία, αυτό πρέπει να τελειώσει για τον προοδευτικό χώρο. Δεν μας ενδιαφέρει η εξουσία, μας ενδιαφέρει να αλλάξουμε την εξουσία, αν δεν το κάνουμε αυτό θα έχουμε πάλι μνημόνια».

Η παρέμβαση αυτή του πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος στήριξε εμμέσως μεν, αλλά εμφανώς τη Φώφη Γεννηματά, έγινε ακριβώς την επομένη της εκλογής της και, κατά τις πληροφορίες, δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε άσχετη με τη νέα ισορροπία δυνάμεων που διαμορφώνεται στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Εξίσου μη τυχαία θεωρείται και η απάντηση της ίδιας της προέδρου του ΠΑΣΟΚ και επικεφαλής του νέου φορέα, επίσης την επομένη των εκλογών, όταν ρωτήθηκε γιατί η Δημοκρατική Συμπαράταξη δεν έχει κάνει διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ. «Το μεγάλο πρόβλημα», είπε, «είναι ότι ο κ. Τσίπρας κυβερνά με μια ακροδεξιά απόφυση και υλοποιεί τις πιο συντηρητικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που του επέβαλαν οι συντηρητικοί κύκλοι της Ευρώπης… Γι’ αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει διάλογος».

Στην κυβέρνηση τα μηνύματα αυτά αποτιμώνται και αξιολογούνται χωρίς σπουδή, αλλά με ενδιαφέρον. Οπως λέγεται δε από υψηλόβαθμες πηγές, η πρόταση της προοδευτικής διακυβέρνησης έχει μπει στο τραπέζι από τον

ίδιο τον πρωθυπουργό και παραμένει ανοιχτή – υπό συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις και αφού δοθούν καθαρές απαντήσεις σε συγκεκριμένα διλήμματα:

«Θα έχουμε στην Ελλάδα μετά την κρίση απλή αναλογική; Θα έχουμε κοινωνικό κράτος ή θα το διαλύσουμε επειδή “οι ανισότητες είναι στην ανθρώπινη φύση”; Θα δώσουμε τη μάχη ενάντια στη φοροδιαφυγή ή θα τη θεωρούμε “ανθρώπινο δικαίωμα”; Θα έχουμε κυβέρνηση των ελλειμμάτων και των περικοπών ή κυβέρνηση των πλεονασμάτων και της διανομής μερίσματος; Θα έχουμε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τσίπρα ή τον Μητσοτάκη;» είναι ορισμένα εξ αυτών των διλημμάτων, όπως τα έθεσε ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκος Παππάς, με τη συνέντευξή του στη «Νέα Σελίδα» την περασμένη Κυριακή, δίνοντας και το στίγμα του -δύσκολου- επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Αριστεράς και Κεντροαριστεράς.

Σε πρώτο χρόνο, πάντως, στο κυβερνητικό επιτελείο, διαβάζοντας το αποτέλεσμα της κάλπης, βλέπουν «λιγότερο Κέντρο, περισσότερη Κεντροαριστερά και καθόλου Κεντροδεξιά» και υπογραμμίζουν τα χαμηλά ποσοστά των υποψηφίων του λεγόμενου «μεταρρυθμιστικού Κέντρου» – δηλαδή του Γιώργου Καμίνη και του Σταύρου Θεοδωράκη.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, κεντρική πρόθεση είναι να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι και να υπάρξει προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με την Κεντροαριστερά, πάντοτε, ωστόσο, σε «καθαρή προγραμματική βάση». Κυβερνητικές πηγές δεν αποκλείουν επίσης να προσκληθεί κάποια στιγμή μέσα στο επόμενο διάστημα στο Μαξίμου η Φώφη Γεννηματά -«εάν το επιβάλουν και το επιτρέψουν οι πολιτικές συγκυρίες»-, ενώ μεσοπρόθεσμα το πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστούν οι πραγματικές προθέσεις μπορεί να είναι και πάλι εκείνο της απλής αναλογικής.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπάρχει σχεδιασμός άμεσης επαναφοράς του θέματος του εκλογικού νόμου. Οταν όμως πάρει πολιτικά και οργανωτικά σάρκα και οστά ο νέος φορέας, τότε πιθανώς θα κληθεί να τοποθετηθεί εκ νέου για το αν θέλει να ισχύσει ή όχι η απλή αναλογική από τις επόμενες εκλογές. Και, ταυτόχρονα, να δώσει και την πρώτη, απτή απάντηση στο ερώτημα «με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει»…

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 25 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 26/11/2017