ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Τι είναι τελικά η πολιτική; Και ποια είναι η δουλειά των πολιτικών; Είναι επιφορτισμένοι να διαχειρίζονται τα κοινά χάριν των συμφερόντων των ιδίων και των φίλων τους ή χάριν της κοινωνίας, που ούτως ή άλλως τους εξουσιοδοτεί; Σε περιβάλλον αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η απάντηση είναι αυτονόητη. Ακόμα και όσοι θητεύουν στις πιο προχωρημένες εκδοχές πολιτικού καιροσκοπισμού δύσκολα θα παραδεχτούν δημόσια ότι τα προσωπικά τους συμφέροντα είναι υπέρτερα αυτών της κοινωνίας.

Φυσικά, οι εξαιρέσεις είναι πάντα στο παιχνίδι. Υπάρχουν φορές όπου ο πολιτικός καθωσπρεπισμός υποχωρεί μπροστά σε διαφόρων ειδών ανάγκες. Στη θέση του τότε εισβάλλει ένας ρωμαλέος κυνισμός, που κάνει χαρτοπόλεμο τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων, στο όνομα της εξυπηρέτησης των όποιων πολιτικών στόχων.

Για να το κάνουμε απλούστερο, δικαίωμα των πάσης φύσεως αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ είναι να εύχονται ή να επιδιώκουν την κατά το δυνατόν ταχύτερη αποχώρησή του από την εξουσία, επιλέγοντας αυτοί τα μέσα του αντιπολιτευτικού τους αγώνα. Αυτό που δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να κάνουν είναι να ελαστικοποιούν την έννοια του δικαίου και να υποβαθμίζουν τα δικαιώματα των πολιτών χάριν της εξυπηρέτησης του -υψηλού για τους ίδιους, αλλά αδιάφορου, πιθανά, για άλλους- πολιτικού τους στόχου.

Στην περίπτωση, για παράδειγμα, του «όχι σε όλα» που επέλεξε η μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης, προκειμένου να στιγματίσει τις διαφοροποιήσεις των ΑΝΕΛ και να αποκαλύψει το ευκαιριακό της σύμπλευσής τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, θυσιάζεται η προοπτική δημοκρατικών τομών στον βωμό ενός επιθετικού μικροκομματισμού.
Το εντυπωσιακό του πράγματος είναι, μάλιστα, ότι η όλη υπόθεση δεν εκτυλίσσεται παρασκηνιακά, όπως συχνά έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά σε δημόσια θέα, μέσω πρωτοφανών νουθεσιών προς τους ενδιαφερόμενους.

Κατά παράβαση, λοιπόν, κάθε δημοκρατικής λογικής, τα μέλη των ΛΟΑΤ κοινοτήτων, οι πολίτες, δηλαδή, που αντιμετωπίζουν διακρίσεις σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους, καλούνται να αντιληφθούν ότι δεν μπορούν να λειτουργούν ως «συντεχνία» και να αποδεχτούν τη διαιώνιση των εξευτελιστικών διακρίσεων που υφίστανται, με το επιχείρημα ότι το μείζον είναι «να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ και να καταπέσει η εθνικολαϊκιστική συμμαχία».

Καλά, ποιος και πού το αποφάσισε; Σε ποια προοδευτική λογική αντέχει το επιχείρημα ότι το σύμφωνο συμβίωσης δεν έπρεπε να νομοθετηθεί, επειδή, περισσότερο κι απ’ όλα της Γης τα δικαιώματα, σημασία έχει το δικαίωμα του Κυριάκου Μητσοτάκη να κυβερνήσει; Και τι άλλο παρά ακραίος κομματισμός είναι η αντίληψη που εμφανίζει τον ενταφιασμό προοδευτικών αλλαγών ως επιβεβλημένες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα που υποτίθεται πως δίνει ο αστικός κόσμος κατά των εισβολέων του ΣΥΡΙΖΑ;

Βεβαίως -συνέβη και εν προκειμένω-, στην πολιτική ο παράδεισος από την κόλαση απέχει όλη κι όλη μια ανάσα. Εκεί, λοιπόν, που η αντιπολίτευση θεωρούσε ότι είχε βάλει την κυβέρνηση με την πλάτη στο καναβάτσο, η στροφή των ΑΝΕΛ με την απόφασή τους να υπερψηφίσουν τις επίμαχες διατάξεις μετέτρεψε το όπλο του «όχι σε όλα» σε απόλυτο «μπούμερανγκ» για τη ΝΔ. Τώρα πλέον η αξιωματική αντιπολίτευση καλείται να καταμετρήσει πόσοι βουλευτές της θεωρούν ότι ανήκουν σε ένα συντηρητικό μεν, αλλά φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κόμμα και πόσοι δεν μπορούν να αποκολληθούν από τις αναχρονιστικές αντιλήψεις και την αρχαία σκουριά.

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 17 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 01/10/2017