ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΙΚΟΛ ΛΕΙΒΑΔΑΡΗ 

Mε βασικό -καίτοι ανοιχτό προς επιβεβαίωση- όπλο τη «νέα ανακωχή» με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά και με απρόβλεπτο ακόμη και καθοριστικό παράγοντα τις πολιτικές εξελίξεις στο Βερολίνο, η κυβέρνηση μπαίνει από αύριο στον δύσκολο στίβο της τρίτης αξιολόγησης.

Η άφιξη των επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων αυτή την εβδομάδα σηματοδοτεί και την επίσημη έναρξη της διαπραγμάτευσης – μιας διαπραγμάτευσης που η ταχύτητά της αποκτά de facto πλέον χαρακτηριστικά πολιτικού αλλά και εθνικού στοιχήματος. Και τούτο διότι ολόκληρος ο κυβερνητικός σχεδιασμός για «καθαρή έξοδο» από το μνημόνιο τον επόμενο Αύγουστο έχει ως δομική προϋπόθεση την ολοκλήρωση της αξιολόγησης το αργότερο έως τον Ιανουάριο.

Κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι δεν πρόκειται για στόχο εύκολο, στέκονται όμως ιδιαίτερα στο νέο, θετικό momentum που διαμορφώνεται και από την πλευρά των δανειστών, ειδικά μετά τα μηνύματα που έλαβε ο πρωθυπουργός από τον Ντόναλντ Τραμπ και την Κριστίν Λαγκάρντ στην Ουάσιγκτον. Τα εν λόγω μηνύματα συμπυκνώνονται αφενός στην ευθεία και ανοιχτή στήριξη του Αμερικανού Προέδρου σε μια «υπεύθυνη ελάφρυνση του χρέους», όπως ο ίδιος είπε, και αφετέρου στην αλλαγή στάσης του ΔΝΤ, η οποία αποτυπώθηκε κατά τη συνάντηση του πρωθυπουργού με την Κριστίν Λαγκάρντ. Το δε πλήρες περιεχόμενο και το παρασκήνιό τους μπορεί να εξηγούν και τη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα ότι όσα άκουσε για το θέμα του χρέους ήχησαν «σαν μουσική στ’ αυτιά του».

«Διαφορετική εικόνα»

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αλέξης Τσίπρας έφυγε από τη συνάντηση με την επικεφαλής του ΔΝΤ κομίζοντας τρεις σαφείς διαβεβαιώσεις: ότι το Ταμείο δεν πρόκειται να ζητήσει νέα μέτρα και θεωρεί επαρκή την επίτευξη πλεονάσματος 2,2% του ΑΕΠ, ότι θα εντείνει και θα ενισχύσει τις προτάσεις του για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, καθώς και ότι δεν θα «παίξει καθυστερήσεις». Αντιθέτως, η Κριστίν Λαγκάρντ φέρεται να δεσμεύτηκε ότι το Ταμείο θα επιδιώξει να ξεκαθαρίσει πλήρως το θέμα του χρέους, καθώς και τον δικό του ρόλο στο ελληνικό πρόγραμμα έως τον Φεβρουάριο, όπως προβλέπει η συμφωνία του Ιουνίου.

Η «μουσική στ’ αυτιά», βεβαίως, μένει να επιβεβαιωθεί και στην πράξη, με δεδομένο το… βεβαρημένο παρελθόν του Ταμείου, όπως και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έσπευσε να τονίσει στην ομιλία του στο Brookings. Οσοι βρέθηκαν όμως στην Ουάσιγκτον την περασμένη εβδομάδα μιλούν για μια «νέα, διαφορετική εικόνα». «Ηταν μια διαφορετική Κριστίν Λαγκάρντ. Καθαρή, χαμηλών τόνων και με εποικοδομητική διάθεση», λέει χαρακτηριστικά κυβερνητικό στέλεχος που μετείχε στις επαφές στις ΗΠΑ.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον δε -και ενδεικτικό ίσως των νέων συσχετισμών που διαμορφώνονται- είναι το παρασκήνιο της συνάντησης. Σύμφωνα με πηγές με γνώση των διεργασιών της Ουάσιγκτον, η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ είχε ζητήσει από τον Ελληνα πρωθυπουργό η συνάντησή τους να προηγηθεί εκείνης του Αλέξη Τσίπρα με τον Αμερικανό Πρόεδρο. Και τούτο αποδίδεται στην προσπάθεια της Λαγκάρντ να

μην περάσει στον Λευκό Οίκο μια εικόνα «κακής συνεργασίας» ανάμεσα στην ίδια και την ελληνική πλευρά.

Ο Στίβεν Μνιούτσιν

Στη συνέχεια, η συμφωνία που υπήρξε μεταξύ της επικεφαλής του ΔΝΤ και του Ελληνα πρωθυπουργού επικοινωνήθηκε -από την πλευρά Λαγκάρντ- στον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Στίβεν Μνιούτσιν. Και μέσω αυτού του διαύλου διαμορφώθηκε τελικά η εν πολλοίς ενιαία θέση αμερικανικής κυβέρνησης και Ταμείου στο θέμα του χρέους, η οποία αποτυπώθηκε και στα συμπεράσματα των διμερών επαφών.

Κυβερνητικά στελέχη που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θεωρούν ότι η μεταστροφή αυτή δεν είναι άσχετη με την πολιτική ασάφεια που υπάρχει στην Ευρώπη μετά τις γερμανικές εκλογές αλλά και με την -προσωρινή ή μη- «αστάθεια συμμαχιών» που αντιμετωπίζει το ΔΝΤ με την απουσία του παράγοντα Σόιμπλε.

Συνοπτικά δε η εκτίμηση που μεταφέρεται μετά τις επαφές στην Ουάσιγκτον είναι ότι «το Ταμείο δεν θέλει -και δεν αντέχει- ούτε άλλα λάθη ούτε άλλα αδιέξοδα στην Ευρώπη». Ως εκ τούτου, είτε θα επιδιώξει να βάλει τη δική του σφραγίδα σε ένα ελληνικό «success story» μέσω της συμφωνίας για το χρέος είτε θα αποστασιοποιηθεί εγκαίρως για να μην δεχτεί και νέο πλήγμα η αξιοπιστία του.

Ο διάδοχος του Σόιμπλε

Το τι εκ των δύο θα συμβεί τελικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ποια θα είναι η σύνθεση και η πολιτική ατζέντα της νέας γερμανικής κυβέρνησης. Αυτή τη στιγμή η Μέρκελ λειτουργεί ουσιαστικά ως υπηρεσιακή καγκελάριος, τα μηνύματα που φτάνουν στο Μαξίμου δείχνουν ότι οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης δύσκολα θα έχουν ολοκληρωθεί πριν από τα Χριστούγεννα και το τοπίο παραμένει θολό ως προς το ποιος θα είναι ο διάδοχος του Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών.

Ενδεικτικές της ρευστότητας είναι και οι αντικρουόμενες πληροφορίες στον γερμανικό Τύπο, με τη μεν «Handelsblatt» να προαναγγέλλει αυτή την εβδομάδα ότι το υπουργείο Οικονομικών είναι πλέον πιθανό να πάει στους Πράσινους ή να παραμείνει στους Χριστιανοδημοκράτες και τη «Süddeutsche Zeitung» να το «δίνει» στους Φιλελεύθερους του Κρίστιαν Λίντνερ, που έχουν και την πλέον σκληρή γραμμή στο θέμα του ελληνικού χρέους.

Με αυτά τα -απολύτως ρευστά- δεδομένα στην Ευρώπη, η ελληνική κυβέρνηση ρίχνει πλέον όλο το βάρος στην πλήρωση των προαπαιτούμενων και την επίτευξη τεχνικής συμφωνίας, ει δυνατό και πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία.

Πολιτικά, ως τα πλέον δύσκολα στοιχεία στις εκκρεμότητες και τα προαπαιτούμενα αυτά θεωρούνται οι δημοσιονομικές «προβλέψεις» στο τελικό σχέδιο του προϋπολογισμού αλλά και οι αλλαγές στο καθεστώς που θα καθορίζει το απεργιακό δικαίωμα, οι ιδιωτικοποιήσεις και η εκκαθάριση στο θέμα των συμβασιούχων. Σημειώνεται δε ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα συμπέσουν χρονικά με την εκκίνηση του κύκλου των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών αλλά και τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων στο ασφαλιστικό.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 20 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 22/10/2017