Του Κώστα Κατσάπη*

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια συλλογική εμπειρία στα όρια του σοκ οδηγεί σε επαναναγνώσεις της πρόσφατης ιστορίας. Κάποιες φορές, μάλιστα, η διαδικασία αυτή αγγίζει το γελοίο. Ενα ριζίτικο τραγούδι το οποίο στη μυσταγωγία του αντιχουντικού αγώνα λειτούργησε ως ύμνος και σύμβολο της δημοκρατίας, περίπου σαράντα χρόνια αργότερα θα γίνει σποτάκι του αντιμνημονιακού Kontra Channel. Το δε σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» όχι μόνο θα προσπαθήσει να το οικειοποιηθεί ο εθνικιστικός, ακροδεξιός και ρατσιστικός χώρος (θανάσιμος εχθρός του ανθρώπου του οποίου τον τάφο σήμερα κοσμεί το σύνθημα), αλλά θα ερμηνευθεί συχνά πυκνά από νεοφιλελεύθερους αναλυτές ως προοίμιο μιας νοοτροπίας απομονωτισμού και εθνικού «τσαμπουκά». Ο αντιαμερικανισμός, που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα τόσο πριν όσο και κατά τη Μεταπολίτευση, ήταν αναμενόμενο να μην αποφύγει την υπαγωγή του στην ανάγκη ικανοποίησης σχημάτων που αφορούν στη σύγχρονη πραγματικότητα. Εχεις δε την εντύπωση, διαβάζοντας στη συγκυρία σχετικές αναλύσεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ότι ο αντιαμερικανισμός της πρώιμης Μεταπολίτευσης και της «μακράς δεκαετίας του εξήντα» υπήρξε ένα τρόπον τινά φυτώριο του σύγχρονου αντιευρωπαϊσμού, ο δε Ανδρέας Παπανδρέου περίπου μέντορας της Χρυσής Αυγής, του Γιώργου Καρατζαφέρη και του Κυριάκου Βελόπουλου.

Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι έτσι και θα πρέπει να ειπωθεί -αν και κάποια χρόνια πριν θα φάνταζε αυτονόητο- ότι στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου ο αντιαμερικανισμός αναπτύχθηκε όχι ως ρατσιστικό μίσος απέναντι στον αμερικανικό λαό και την κουλτούρα του, αλλά ως συνειδητή εναντίωση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και στις συστηματικές επεμβάσεις τους σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής τους. Υπό την έννοια αυτή, ο «αριστερός» αντιαμερικανισμός που ηγεμόνευσε στη Μεταπολίτευση, παρά τις υπερβολές και τις ενίοτε φαιδρές στιγμές του (όπως η δημόσια «δίκη» του Μπιλ Κλίντον στην πλατεία Συντάγματος το 1999), δεν έχει καμία σχέση με τον σύγχρονο (ακρο)δεξιάς και φιλοχουντικής κοπής αντιαμερικανισμό που αναδύθηκε στη χώρα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με αφορμή τις εξελίξεις στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και την επιστροφή της Ελλαδικής Εκκλησίας στο πεδίο της εθνικιστικής ρητορείας και του φανατισμού.

Και, οπωσδήποτε, ο αντιαμερικανισμός της ποιότητας αυτής σε τίποτα δεν έχει να κάνει με τον πολιτισμικό αντιαμερικανισμό, στο παιχνίδι του οποίου η Δεξιά και κυρίως η ακροδεξιά πρωτοστάτησαν ήδη από την επαύριο του Εμφυλίου Πολέμου. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι το τεράστιο αυτό κεφάλαιο είναι από τα λιγότερο φωτισμένα κεφάλαια της κοινωνικής μας ιστορίας, ίσως επειδή οι πολιτικές διαστάσεις του αντιαμερικανισμού -απόρροια της ιστορικής ευθύνης των ΗΠΑ ως προς τη στήριξη του μετεμφυλιακού κράτους και της δικτατορίας- ήταν «μοιραίο» να τραβήξουν το ενδιαφέρον πολιτικών, ιστορικών και δημοσιολόγων. Ισως όμως και επειδή μεγάλο τμήμα της εκδοχής αυτής του αντιαμερικανισμού δεν ήταν άγνωστο στην καθ’ ημάς Αριστερά (σε επίπεδο ηγεσίας όμως, όχι στη βάση της νεολαίας, θα πρέπει να τονιστεί αυτό), η οποία για πολλά χρόνια (σίγουρα έως τον Απρίλιο του 1967) διαγκωνίστηκε με τον «θανάσιμο εχθρό της» ως προς το ποια από τις δύο παρατάξεις μπορούσε να προασπίσει καλύτερα τις πατροπαράδοτες αξίες και τον «ελληνοπρεπή» τρόπο ζωής.

Βεβαίως, ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να οδηγηθεί σε εύκολα και ως εκ τούτου λανθασμένα συμπεράσματα. Το βαθύ αντιδυτικό μίσος που διαπνέει τον συντηρητικό χώρο

είχε κι αυτό την εξέλιξή του, τις φωτεινές εξαιρέσεις του και τα προφανή αδιέξοδά του. Η φιλοδυτική, ωστόσο, πολιτική που πριμοδοτήθηκε τη μετεμφυλιακή περίοδο από τις δεξιές κυβερνήσεις σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποβαθμίσει την έκταση του πολιτισμικού αντιαμερικανισμού, από τον οποίο και ο χώρος σταθερά διαπνεόταν και ο οποίος μεγεθυνόταν από τον πανικό για τη μεταφορά στην Ελλάδα ενός τρόπου ζωής «δυτικού», τουτέστιν -στη συνθήκη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου- καθαρά «αμερικανικού».

Ως προς την Αριστερά, τα πράγματα υπήρξαν εξίσου σύνθετα: η ανάδυση μιας νέας δυναμικής γενιάς μετά το 1967 ακύρωσε τις επιβιώσεις του προδικτατορικού πολιτισμικού αντιαμερικανισμού, πλάθοντας έναν τύπο νέου, ο οποίος συνδύαζε χωρίς αντιφάσεις τη βαθιά εναντίωση στην αμερικανική πολιτική, την οποία, εξάλλου, συμμερίζονταν με πάθος ουκ λίγοι Αμερικανοί πολίτες, με την αποδοχή σημαντικού τμήματος της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, έστω κι αν αυτό γινόταν ενίοτε αθόρυβα ή με ενοχές. Πράγματα γνωστά, εξάλλου, για τα οποία έχει τραγουδήσει όμορφα ο Λουκιανός, που τόσο μας λείπει…

 

 

* Ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου «Το “πρόβλημα νεολαία”. Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα (1964-1974)», Αθήνα 2013

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 12/11/2017