Του Nίκου Παρασκευόπουλου*

 

Οπως συμβαίνει και σε άλλες ελληνικές πόλεις, στα σπλάχνα αλλά και στο ορατό έδαφος της Θεσσαλονίκης έχουν βρεθεί στιβάδες και μνημεία ιστορίας. Οι εργασίες για το μετρό αποκάλυψαν απίθανα αρχαία ευρήματα, τα βυζαντινά κτίσματα είναι από καιρό σημείο αναφοράς της πόλης, ενώ και η πιο σύγχρονη ιστορία έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα στον αστικό χώρο.

Το Επταπύργιο, για παράδειγμα, διαπερνά ως έργο πολλές περιόδους, ενσωματώνοντας διαδοχικά διαφορετικές λειτουργίες: οχυρό, φυλακή, έδρα δράσεων πολιτισμού. Η Ροτόντα διεκδικήθηκε και διεκδικείται τόσο από την Εκκλησία όσο και από λαϊκούς. Το εβραϊκό νεκροταφείο, που καλύφθηκε από το πανεπιστήμιο, ο παλαιός σιδηροδρομικός σταθμός, απ’ όπου ξεκινούσαν τα τρένα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν συγκινούν μόνο Εβραίους, αλλά κάθε άνθρωπο που αντικρίζει και συλλογιέται. Ο τόπος όπου δολοφονήθηκε ο Γρηγόρης Λαμπράκης προσπερνιέται με αδιαφορία από τους διαβάτες στην αγορά, όχι πάντοτε όμως.

Λίγο περισσότερο θα σταθώ στο Επταπύργιο, επειδή οι σύγχρονες συγκρούσεις που το αφορούν ήταν κοινωνικά αισθητές και αμφίρροπες.

Δεν ήταν καθόλου ευνόητο μέχρι το 1989 ότι οι φυλακές με την άγρια θωριά και τις κάκιστες συνθήκες κράτησης θα μεταφερθούν από το Γεντί Κουλέ σε ένα συμβατικό γκρίζο κτίριο φυλακής, στα Διαβατά. Ο καθηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, αντιστασιακός κρατούμενος ο ίδιος στα χρόνια της δικτατορίας, προσπάθησε πολύ για να το επιτύχει. Η μεταφορά όμως δεν θα είχε κοινωνικά ρεύματα για να στηριχθεί, αν δεν είχε τότε ξεσπάσει το σκάνδαλο στο οποίο αρχικά πρωταγωνίστησε μια εισαγγελέας (η κυρία Γιαταγάνα), έτοιμη να αποκαλύψει ενοχλητικές περιπτώσεις διαπλοκής γύρω από τη φυλακή.

Πραγματικά, το σκάνδαλο οδήγησε σε εσωτερικούς διχασμούς δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόρους, πανεπιστημιακούς, κρατούμενους, δημοσιογράφους και άλλους. Εγιναν δίκες που σήμερα λίγοι θυμούνται την έκβασή τους. Το βέβαιο είναι ότι οι εικόνες και οι περιγραφές κολαστηρίου που ξεπήδησαν σαν δαίμονες διευκόλυναν την απόφαση και το εγχείρημα της μεταφοράς.

Λίγα χρόνια αργότερα, δεύτερη διαμάχη: Πρέπει άραγε να γκρεμιστούν όλα τα κτίρια με τα κελιά, που ήταν μεταγενέστερα κτίσματα, ώστε να αναδειχθεί η βυζαντινή οχυρωματική τέχνη; Ή μήπως και τα κελιά, ποτισμένα με δάκρυα, με απίθανες ζωγραφιές και λέξεις σκαλισμένες στους τοίχους τους με άγνωστα αιχμηρά αντικείμενα (όπως θα το διατύπωνε ένας ιατροδικαστής), καθώς και κάποιες πανοπτικές σκοπιές, έπρεπε να παραμείνουν και να θυμίζουν; Τι; Τον κρατούμενο (αντιστασιακό, πολιτικό και, στη χειρότερη περίπτωση, απλώς μαρτυρικό λόγω συνθηκών διαβίωσης), το κάποτε κάτεργο, το ίδιο το έγκλημα.

Ενα μικρό αστικό κίνημα από λόγιους ανθρώπους (αδικώντας ίσως άλλους, θα ήθελα, πάντως, να θυμίσω ως κεντρικό πρόσωπο τον αρχιτέκτονα – καθηγητή Φίλιππο Ωραιόπουλο) βοήθησε να επικρατήσει η γνώμη για τη διατήρηση των κτισμάτων με τα κελιά. Ευτυχώς.

Οι εκκρεμότητες δεν έπαυσαν ούτε τώρα. Ποια θα είναι η οριστική τύχη των κελιών; Εργαστήρια της αρχαιολογικής υπηρεσίας; Μουσείο; Τι θα γίνει με τα αρχεία της παμπάλαιας φυλακής, που αποκαλύπτουν σκοτεινά μυστικά και ηρωικές αντιστασιακές μορφές ή εκφράσεις και σήμερα είναι αποθηκευμένα στα Διαβατά; Κάποιοι λίγοι ασχολούνται και σήμερα με μια προσπάθεια αξιοποίησής τους.

Αυτά τα μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι ζωντανά και ενεργά, ακριβώς επειδή αποκρυστάλλωσαν ένα «αντί»: στον ναζισμό, στο παρακράτος, στην αυταρχική καταστολή. Δεν ζήσαν αυτοί καλά, ας ζήσουν οι νέοι της πόλης καλύτερα.

 

 

* Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, βουλευτής

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 10/09/2017