Του Δημήτρη Στεμπίλη

 

Οι πρόσφατες γερμανικές εκλογές ενίσχυσαν την ανησυχία των λαών της Ευρώπης για το μέλλον του ενοποιητικού εγχειρήματος. Ο κυρίαρχος στους κόλπους της ΕΕ γερμανικός οικονομικός εθνικισμός, ξεφεύγοντας από τα χέρια των δημιουργών του, των αστικών κομμάτων της Γερμανίας, αποτύπωσε τη δυναμική του στο εθνικό πολιτικό επίπεδο με το διψήφιο ποσοστό που κατέγραψε το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).

Πολύ πρώιμα, ενάμιση αιώνα νωρίτερα, ο κλασικός Γάλλος διανοητής και συγγραφέας Βικτόρ Ουγκό περιέγραφε το όραμα για τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι «τα έθνη της Ευρώπης πρέπει να ενωθούν σε μια υψηλότερη κοινότητα, μια μεγαλύτερη αδελφότητα, χωρίς να αποποιηθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ευκλεούς μοναδικότητάς τους». Είναι αυτό που ως σύνθημα χρησιμοποιούν οι οπαδοί της ομοσπονδιοποίησης της Ευρώπης και έχει καταγραφεί στη συνταγματική Συνθήκη ως «ενωμένοι στην πολυμορφία». Το ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται από τη στιγμή που μπήκαν τα θεμέλια της Ευρώπης, τη δεκαετία του 1950, είναι αν, στην πορεία του χτισίματος αυτής «της υψηλότερης κοινότητας και της μεγαλύτερης αδελφότητας» που περιγράφει ο Ουγκό, μπορούν να υποχωρήσουν εν ονόματι του κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντός μας στοιχεία των επιμέρους εθνικών «ευκλεών μοναδικοτήτων».

Αναμφισβήτητα, το ευρωπαϊκό εγχείρημα βοήθησε, με εξαίρεση τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και την Κριμαία, στην επίτευξη του στόχου της διατήρησης της ειρήνης, όπως αποτυπωνόταν στη διακήρυξη-προμήνυμα της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) του Ρομπέρ Σουμάν, τον Μάιο του 1950. Από την άλλη πλευρά, ενώ ξεκίνησε με σκοπό να γεφυρώσει τις διαφορές Γερμανίας και Γαλλίας και να συμβάλει στην προσέγγιση των ευρωπαϊκών λαών και κρατών, δημιούργησε άλλα χάσματα, χάριν της ενοποίησης. Η σταδιακή εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους πρόνοιας και η εν πολλοίς αποτυχημένη και ασύμμετρη αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης που έφερε η Συνθήκη του Μάαστριχτ ευνόησαν την παρέκκλιση από το μεγάλο όραμα μιας πραγματικά ενωμένης πολιτικά Ευρώπης. Στο Μάαστριχτ συμβιβάστηκε ο νεοφιλελευθερισμός των αγορών με την εθνική κυριαρχία υπό την ανοχή της Γερμανίας. Το αποτέλεσμα, πασιφανές: το ευρώ έγινε το νέο μάρκο και στις περισσότερες περιπτώσεις η γερμανική πολιτική αντικατέστησε την ευρωπαϊκή, κάτι που ευνόησε η εξασθένιση της Γαλλίας, της νούμερο δύο «ατμομηχανής» της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Ενα τέταρτο αιώνα αργότερα από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το 1991, και τη διάχυτη ευφορία που απεικονίζεται στις φωτογραφίες της Πρωτοχρονιάς του 2002, με την κυκλοφορία του ευρώ, ο ευρωσκεπτικισμός και οι φυγόκεντρες τάσεις είναι εδώ και σκιαγραφούν το μέλλον. Ο σχεδιασμός της Ευρώπης των δύο ή πολλών ταχυτήτων τα ενισχύει. Ο εθνοκεντρισμός φαίνεται να επικρατεί στην Ευρώπη, ακόμη κι αν θεωρήσουμε το Brexit «νησιωτική εξαίρεση».

Η εκλογική εξέλιξη στη Γερμανία, ακόμη κι αν εκληφθεί ως «νόθο τέκνο» της γερμανικής κυριαρχίας στην ΕΕ, σε συνδυασμό με τη γενικότερη άνοδο της ακροδεξιάς στη Γηραιά Ηπειρο, καταδεικνύει με τον πιο επικίνδυνο τρόπο ότι η νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα περάσει από τις συμπληγάδες του αναδυόμενου νέου ευρωπαϊκού εθνικισμού. Το μεγάλο στοίχημα είναι να τον απομονώσει…

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 01/10/2017