«Για να είμαι εκεί»… Με αυτή τη φράση συνήθιζε να απαντά ο Γάλλος ελληνιστής ή φιλέλληνας, όπως προτιμούσε να τον αναφέρουν, Ζακ Λακαριέρ, σε όσους τον ρωτούσαν γιατί εγκαταστάθηκε σε ένα ερημονήσι απέναντι από την Πάτμο τόσο νέος, την επαύριο του πολέμου.

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΕΜΠΙΛΗ

dstebilis@neaselida.news

Δεν συνηθίζουμε να συνδυάζουμε τις συνεντεύξεις ή τις προσωπικότητες που παρουσιάζουμε με το εκάστοτε αφιέρωμα των ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ. Ωστόσο, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να γράψουμε κι εμείς για τον «ανένταχτο οδοιπόρο», όπως τον έχει ονομάσει η Κατρίν Βελισσάρη, Ζακ Λακαριέρ, συγγραφέα του μνημειώδους -ο ίδιος θα διαφωνούσε με τον χαρακτηρισμό- έργου «Το ελληνικό καλοκαίρι», που κυκλοφορεί παραδοσιακά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή. Ενα βιβλίο που δεν ξέρεις πού να το αναζητήσεις -στα ράφια της ιστορίας, της αρχαιολογίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας ή στους ταξιδιωτικούς οδηγούς;-, γιατί είναι όλα μαζί και κάτι περισσότερο, που ίσως να μας διαφεύγει.

Διαβάζοντας «Το ελληνικό καλοκαίρι», αλλά και άλλα έργα του Λακαριέρ, καταλαβαίνεις πώς ο γιος του λογιστή και της μοδίστρας που γεννήθηκε στη Λιμόζ το 1925 αγάπησε την Ελλάδα, κυρίως όμως τις διαδρομές της, μέσα από τις οποίες περιγράφει την ελληνική ιστορία, τη γεωγραφία και ιδίως την καθημερινή ζωή. Ο Γάλλος φιλέλληνας τονίζει κάτι που για άλλους λαούς ήταν αυτονόητο: την επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. «Ακριβώς, λοιπόν, η ουσία των όσων έμαθα κατά το πρώτο μου ταξίδι είναι πως η Ελλάδα εξακολουθούσε να υπάρχει. Υπήρχαν πράγματι εδώ κι εκεί ερείπια (δύσκολο και συχνά αδύνατο να τα προσεγγίσεις) αλλά κυρίως υπήρχε κι ένας τόπος που λεγόταν ακόμη Ελλάδα και κατοικούνταν από Ελληνες».

Ο Λακαριέρ έφτασε στην Ελλάδα το 1947, μεσούντος του Εμφυλίου, με τη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, όπου ήταν φοιτητής, για να παίξει στους «Πέρσες» και τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, που είχαν ήδη ανέβει στο Παρίσι. Η ανακάλυψη ή ο θάνατος και η ταυτόχρονη γέννηση της Ελλάδας μέσα του είναι τα στοιχεία που θα κάνουν τον διάσημο συγγραφέα, ποιητή, μεταφραστή αλλά πάνω απ’ όλα ταξιδευτή να ριζώσει στον ελληνικό τόπο. «Είχα έρθει εδώ, σπρωγμένος από τα φαντάσματα και τις οπτασίες του παρελθόντος, για να παραστήσω μπροστά στους σημερινούς Ελληνες τα δράματα και τις φρίκες του Τρωικού Πολέμου, ενώ στους ίδιους αυτούς τόπους διεξαγόταν ένας άλλος πόλεμος. Ενας πόλεμος εμφύλιος, πολύ πιο άγριος και δολοφονικός από εκείνον που έκαναν οι Ελληνες και οι Τρώες. Εκείνη τη μέρα, μέσα στη δελφική νύχτα και τη σιγαλιά των βουνών, όπου οι αντάρτες, σίγουρα, παραφύλαγαν, ένιωσα να πεθαίνει μέσα μου μια Ελλάδα και να γεννιέται μια άλλη»…

Το 1950 θα επιστρέψει με οτοστόπ στην Ελλάδα, όπου θα εγκατασταθεί από το 1952 μέχρι το 1966, λίγους μήνες πριν από την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών. Ο ακούραστος περιηγητής θα διαβεί όλες τις γωνιές της ελληνικής επικράτειας και παρότι άθεος -αγνωστικιστής για να είμαστε πιο ακριβείς- θα περάσει πολύ χρόνο στο Αγιον Ορος.

Οπως χαρακτηριστικά έγραψε: «Ενα ταξίδι στον Αθω είναι κατ’ αρχήν ταξίδι μέσα στον χρόνο (…) Ο Αθως είναι επιβίωση, ένα περιμαντρωμένο κομμάτι Βυζάντιο στην εποχή μας».

Με το ταξίδι του στην Κρήτη θα έρθει σε επαφή με ένα άλλο «άκρο» της Ελλάδας, που και σε αυτό προσαρμόσει το σύγχρονο στο αρχαίο. Θα αναστοχαστεί πάνω στην κλασική παιδεία του μέσα από τις τοιχογραφίες της Κνωσού και θα «απατήσει» την αρχαία Ελλάδα με τη σύγχρονη: «Εκείνη την εποχή ζούσα στην Κνωσό. Είχα λησμονήσει την Αθηνά, τη σκεφτική Αθηνά της εφηβείας μου, με το σμαραγδένιο βλέμμα και το παντέρμο δόρυ, και περνούσα τα όνειρα και τις νύχτες μου στα χέρια γυμνόστηθων ιερειών της Κρήτης. Απιστούσα στις θεές, όπως και στις γυναίκες. Η Κρήτη μες στις τοιχογραφίες και ’κείνο το παράξενο παλάτι που είχα διαλέξει για κατοικία, σίγουρα ήταν αρκετά υπεύθυνη γι’ αυτό».

Για την τελευταία χρονιά της μόνιμης εγκατάστασής του στην Ελλάδα, το 1966, ο Λακαριέρ θα γράψει στο «Ελληνικό καλοκαίρι», περιγράφοντας τις δύσκολες πολιτικές περιστάσεις που περνούσε η χώρα. Με την επιστροφή του στη Γαλλία θα αρχίσει να παρουσιάζει στη γενέτειρά του τη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα μέσα από μεταφράσεις του Σολωμού, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ταχτσή και άλλων σημαντικών Ελλήνων δημιουργών. Το 1976 θα εκδοθεί «Το ελληνικό καλοκαίρι», που θα τον καταστήσει συγγραφέα παγκόσμιας αναγνώρισης κα βεληνεκούς. Μέχρι και με τη λέξη «επίλογος» για τις τελευταίες γραμμές του βιβλίου του, ο Λακαριέρ θα προτείνει το σύγχρονο μέσα από τη διαχρονικότητα.

Ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ολιβιέ Ντελκρουά έχει γράψει ότι «ακόμη και σήμερα το σημαντικό αυτό έργο παραμένει σίγουρα το πιο αληθινό και το πιο ελληνικό πορτρέτο που μπορεί να δοθεί για την Ελλάδα μιας καθημερινότητας 4.000 χρόνων», επιβεβαιώνοντας όλους όσοι θεωρούν τον Λακαριέρ τον καλύτερο πρεσβευτή της Ελλάδας.

Για τον Λακαριέρ, όπως στην «Ιθάκη» του Καβάφη, η ουσία είναι στη διαδρομή. Οπως συνήθιζε να λέει, «ο δρόμος προς τη γνώση είναι το ίδιο σημαντικός όσο και η ίδια η γνώση». Γι’ αυτό μάλλον και ο όμιλος φίλων του Λακαριέρ πήρε το όνομά του από το βιβλίο του «Chemin faisant» («Κάνοντας δρόμο»). Το σίγουρο είναι ότι, όπως και η Ελλάδα στον ίδιο, ο Ζακ Λακαριέρ τής άνοιξε δρόμους…

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 6/08/2017