ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ*

Ο Στάθης Καλύβας έχει σε κάτι δίκιο: είναι αναγκαίο, μισό αιώνα μετά το 1967, να αποτιμήσουμε την περίοδο της δικτατορίας εγκαταλείποντας βολικές γενικεύσεις. Την επιδίωξη αυτή, δυστυχώς, την υπονόμευσε ο ίδιος με την παρουσίαση της δικτατορίας ως παράγοντα κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Τέτοιες απλουστεύσεις συνιστούν φωτοβολίδες εντυπωσιασμού που λίγο συμβάλλουν στη συζήτηση. Την ίδια στιγμή όμως με την προκλητική -και αστήρικτη- αυτή πρόταση ο Στάθης Καλύβας κατέφυγε σε έναν εξαιρετικά διαδεδομένο μεταπολιτευτικό τόπο: στην παρουσίαση της επταετίας ως «ένα μικρό διάλειμμα». Η αντιμετώπιση της χούντας ως ενοχλητικής παρένθεσης αποτέλεσε πυλώνα της μεταπολιτευτικής συναίνεσης. Με τον τρόπο αυτό υποβαθμίστηκαν οι αξιοσημείωτες συνέχειες ανάμεσα στο μεταπολεμικό αντικομμουνιστικό κράτος και τη στρατιωτική δικτατορία, συνέχειες που ερμηνεύουν την απρόσκοπτη αναπαραγωγή θεσμών και μηχανισμών στα χρόνια της χούντας. Την ίδια στιγμή, η ρητορική της «παρένθεσης» συσκότισε τις αντοχές του ελληνικού αυταρχισμού στη μεταπολιτευτική πραγματικότητα, σε πείσμα σε μεγάλης τομής του 1974. Η θεωρία του «διαλείμματος» συνιστούσε το εισιτήριο για την ομαλή μετάβαση στην επόμενη μέρα. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της επιλογής είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιγράφει ο Στάθης Καλύβας: η δικτατορία δεν μετατράπηκε σε εκείνο το μεγάλο έπιπλο στο οποίο δεν δίνουμε σημασία, αλλά σε εκείνο το μικρό, στις γωνίες του οποίου χτυπάμε συστηματικά το πόδι μας μέσα στη νύχτα.

Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι, βέβαια, να συμφωνήσουμε στο σχήμα των επίπλων, αλλά να ξαναδούμε το πώς συζητάμε γύρω από την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Θεωρητικά, όλοι και όλες συμφωνούν ότι χρειάζεται να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Στην πράξη όμως, όπως πάντα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Πρόσφατα, η επιστημονική προσπάθεια αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προκατασκευασμένη αντεπίθεση που αντλούσε τα υλικά της από τις χειρότερες στιγμές του ελληνικού σκοταδισμού. Αποδίδοντας στους επαγγελματίες ιστορικούς «εθνοκτόνες» προθέσεις και αποκαλώντας τους «παραχαράκτες», διάφοροι αρθρογράφοι μάς υπενθύμισαν την αντοχή των εθνικών τοτέμ. Η πατριδοκαπηλία ενδημεί δεξιά και αριστερά. Ο «εθνομηδενισμός» δεν είναι όρος που χρησιμοποιεί αποκλειστικά η Χρυσή Αυγή, αλλά και πολλοί δημοσιολογούντες που φρονούν πως έχουν το copyright του πατριωτισμού. Αυτού του τύπου οι αντιδράσεις τείνουν να γίνουν ο κανόνας, επικοινωνούν με θεσμικά κέντρα, ανατροφοδοτούνται από έναν περιρρέοντα συνωμοσιολογικό λόγο που ανακαλύπτει σκοτεινά κέντρα και ταπεινές επιδιώξεις. Παρόμοια τύχη είχε και το προχειρογραμμένο σημείωμα του Στάθη Καλύβα· διαβάζοντας ορισμένες αντιδράσεις, θα πίστευε κανείς ότι άλλη δουλειά δεν έχουν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες από το να «αναθεωρήσουν» την πολύπαθη ελληνική ιστορία.

Η γενική εικόνα που προκύπτει δεν είναι αισιόδοξη. Η φόρτιση γύρω από το παρελθόν και η διάχυτη καχυποψία καθιστούν κάθε θέμα ιστορικής συζήτησης πεδίο συναισθηματικής αντιπαράθεσης, όπου οι λέξεις φθείρονται μέσα στην επαναληπτική τους χρήση και υπερβολή. Η χειρότερη υπηρεσία που προσφέρει αυτός ο τύπος της αντιπαράθεσης είναι ότι αποπροσανατολίζει από το ουσιώδες προς όφελος των εύκολων εντυπώσεων. Το παράδειγμα της δικτατορίας είναι πάλι χρήσιμο. Μισό αιώνα μετά το 1967, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αναδρομική δικαίωση της χούντας, όπως ισχυρίζονται πολλοί, αλλά η αντιμετώπιση της μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία ως μιας αυτόματης πορείας που ήταν απλώς θέμα χρόνου να συμβεί και άρα οι πράξεις και οι επιλογές των ανθρώπων δεν έχουν μεγάλη σημασία. Αυτή η οπτική, που διαπερνά το κείμενο του Στάθη Καλύβα, δεν είναι μόνο επιστημονικά προβληματική, αλλά εντέλει συνιστά την αναπαλαιωμένη εκδοχή του πιο βολικού και συντηρητικού μεταπολιτευτικού μύθου· ότι τα επτά χρόνια ήταν απλώς ένας εφιάλτης που -όπως συμβαίνει με τα όνειρα- κράτησε ελάχιστο χρόνο ή αποτέλεσε ένα «στιγμιαίο έγκλημα» εντοπισμένο την 21η Απριλίου του 1967.

 

* Διευθυντής Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ)

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 23/07/2017