Του Θανάση Οικονόμου*

Οι κοινωνικές ανάγκες που εκφράζουν οι πολιτικοί σχηματισμοί καθορίζονται από τις συνθήκες που δημιούργησε η κρίση και θα αποτυπωθούν πιο ευκρινώς και καθοριστικά στη μεταμνημονιακή περίοδο, δηλαδή μετά τις επόμενες εκλογές. Το πεδίο συνεννόησης, συμμαχίας και συνεργασίας, δεδομένης και της απλής αναλογικής αλλά και της συνειδητοποίησης των πολιτών για πιο ενεργό συμμέτοχη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ανοίγει προοπτικές προοδευτικών συγκλίσεων.

Οι μονοκομματικές εποχές των «πεφωτισμένων», της ισχυρής «νομενκλατούρας», των cabinets ή των ημιμαθών τεχνοκρατών έχουν παρέλθει μαζί με τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες. Οι πολίτες με την κρίση των τελευταίων ετών συνειδητοποίησαν ότι η πολιτική αφορά τόσο στο μέλλον της χώρας όσο και στην προοπτική του καθενός. Ταυτόχρονα, ότι ο δρόμος των συγκλίσεων αφορά τόσο στην Κεντροαριστερά όσο και στην Αριστερά.

Η Κεντροαριστερά, πιεζόμενη από την πραγματικότητα (ας παραμείνουμε στο επίπεδο της πολιτικής αυτονομίας), δρομολόγησε διαδικασίες εκλογής επικεφαλής προοιωνιζόμενη και τη φυσιογνωμία και την ταυτότητά της μέσα από την εκλογή του επικεφαλής. Υπάρχει όμως ένα καίριο ερώτημα που απασχολεί τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του νέου κεντροαριστερού φορέα: με ποιο κόμμα θα συνεργαστεί την επομένη των εκλογών, εφόσον χρειαστεί.

Αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο βάσει των εκλογικών επιδιώξεων, που κοντόφθαλμα ακολουθηθήκαν από το ΠΑΣΟΚ έως την κατάρρευσή του. Πρέπει να απαντηθεί μέσα από την αναβίωση αξιών, ιδεολογιών, αρχών που (αν) μπορούν να εκφράσουν τις αγωνίες και τις δυναμικές του σήμερα. Με τις δυνατότητες που δημιουργήθηκαν στην εποχή μας, αλλά και με τις νέες δυστυχίες. Σήμερα έχουμε μια νέα γενιά που δεν μπορεί να ενταχθεί στην αγορά εργασίας, έχει ελλιπή εκπαίδευση και σε λίγο θα είναι ανασφάλιστη. Εχουμε επίσης τους μεγαλύτερους που δεν μπορούν να συνεχίσουν, «πάλιωσαν», έχουν (δημιουργικά) καταστραφεί. Τα μεσαία στρώματα εξασθενούν όλο και περισσότερο. Η ψαλίδα ανισοτήτων συνεχώς ανοίγει.

Πολύ εύκολα βρίσκουν απογοητευμένους και θυμωμένους νέους (που ούτως ή άλλως έχουν τάση προς τον μανιχαϊσμό) και στρατολογούν η άκρα Δεξιά και η άκρα Αριστερά. Η κοινωνία διολισθαίνει συνεχώς. Αυτή την κοινωνική κατάντια και ανισότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης τη θεωρεί περίπου φυσικό και αναπόδραστο γεγονός. Κάθε προοδευτικός άνθρωπος ακριβώς αυτό θα πρέπει να προσπαθεί να ανατρέψει και να καλυτερεύσει.

Είναι δυνατόν, ως εκ τούτου, να συμβάλλει, να συμμαχεί μια οποιαδήποτε Κεντροαριστερά με αυτή τη λογική; Εκτός, βέβαια, από κάποια στελέχη του χώρου που επιθυμούν απλώς την «καρέκλα» της εξουσίας. Αλλά η πολιτική δεν μπορεί πλέον να είναι αυτοσκοπός. Δεν μπορεί να ρητορεύεις για την ανοιχτή κοινωνία και να θεωρείς τον εαυτό σου αναντικατάστατο. Ούτε να μιλάς για δίχτυ προστασίας των αδυνάμων και να γίνεσαι άλλοθι για συγκέντρωση δύναμης σε όλο και λιγότερα χέρια. Ή να επιχειρηματολογείς υπέρ της Ευρώπης και να μην επιδιώκεις την ανατροπή των σημερινών οικονομικών συσχετισμών και την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησής της.

Η διαδικασία εκλογής επικεφαλής της Κεντροαριστεράς είναι, λοιπόν, ευκαιρία απεγκλωβισμού της από τη ΝΔ και τις πρακτικές του άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Είναι η ευκαιρία να βρει τον χαμένο μίτο της ιστορικότητάς της.

Σε παρόμοιο, βέβαια, ερώτημα θα κληθεί οσονούπω να απαντήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν και, απ’ ό,τι δείχνει, δεν θα το κάνει μέχρι τις επόμενες εκλογές, είναι βέβαιο ότι ούτε οι τακτισμοί ούτε τα μοιρολόγια των «53» έχουν ορίζοντα. Η δε συνύπαρξη με τους ΑΝΕΛ κοντεύει να τους καταπιεί, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στο επίπεδο των θεσμών της ηθικής του υποδείγματος.

Το άνοιγμα δρόμου δημιουργίας προοδευτικού πόλου και συγκλίσεων είναι μια εφικτή διέξοδος, ένας σχεδιασμός ανόρθωσης της χώρας και του λαού μας.

* Ελεύθερος επαγγελματίας, πρώην βουλευτής Ιωαννίνων

 

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο FORUM του ενθέτου ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα»,  12/11/2017