ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Η «Νέα Σελίδα» αποχαιρετά τον Κώστα Βεργόπουλο, τον «αιρετικό» καθηγητή, με το σπουδαίο συγγραφικό έργο και τα πολυάριθμα άρθρα και τις καίριες δημόσιες παρεμβάσεις, που σφράγισε όσο λίγοι τον λόγο και τη σκέψη της Αριστεράς

Κατά τα χρόνια της πρώτης δεκαετίας του 2000, αν κάπου στο Παρίσι σε κάποιο ελληνικό στέκι -και όχι μόνο- έβλεπες να κάθονται σε ένα τραπέζι δίπλα δίπλα ένας γνωστός υπουργός της κυβέρνησης Σημίτη, ένας Ελληνας φοιτητής ακροαριστερών πεποιθήσεων, ένας Γάλλος πανεπιστημιακός ή δημοσιογράφος κι ένας μεσήλικας οικονομικός μετανάστης που δούλευε σε παρακείμενο μαγαζί με ελληνικό γύρο και να συζητούν μεγαλόφωνα κι ενοχλώντας τους γύρω τους, στους ελληνικούς κύκλους δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία: κάπου εκεί γύρω υπήρχε ο Κώστας Βεργόπουλος – και μάλιστα ήταν αυτός που είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει αυτή τη σύνθεση, γιατί του φαινόταν όχι απλώς συμβατή, αλλά και ενδιαφέρουσα για κάποια κουβέντα που ήθελε να ανοίξει.

Αυτό, άλλωστε, ήταν και ο ίδιος ο Κώστας Βεργόπουλος. Ενας άνθρωπος που, κουβαλώντας ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο ακαδημαϊκό βιογραφικό στην Ελλάδα, κατόρθωνε να είναι ταυτόχρονα πολλά πράγματα μαζί, φαινομενικά αντιφατικά μεταξύ τους. Αναγνωρισμένος καθηγητής πανεπιστημίου στο Παρίσι με τεράστιο συγγραφικό έργο, μεταφρασμένο σε πάρα πολλές γλώσσες, αλλά και φοιτητής του Μάη του ’68 που δεν είχε αφήσει πίσω του τις νεανικές ιδέες της αυτοδιαχείρισης και της επανάστασης και στο τέλος της ημέρας αρνούνταν πεισματικά να μεγαλώσει. Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε θέματα ανάπτυξης και την ίδια στιγμή διαδηλωτής και θεωρητικός των κινημάτων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη οπτική της παγκοσμιοποίησης. Φανατικός και αυστηρός ακριβολόγος, απρόθυμος να συναινέσει σε οτιδήποτε του φαινόταν κοινοτοπία, γενίκευση ή κατά συνθήκη ψεύδος, και την ίδια στιγμή ένας εντελώς αδογμάτιστος άνθρωπος, πρόθυμος να ακούσει και να συζητήσει ακόμα και την πιο περιθωριακή ιδέα και έτοιμος να τη συνδέσει με την ιστορία των ιδεών της ανθρωπότητας, αποδίδοντάς της σημασία ανάλογη με κάθε άλλη ιδέα της ανθρωπότητας.

Στα βιβλία του, που έγραφε με έναν ρυθμό φρενήρη, αλλά καθόλου ξένο ή υπερβολικό για τον ίδιο, συνήθιζε να εντάσσει στοιχεία που προέκυπταν από αυτές τις συζητήσεις του, ανακατεμένα αρμονικά με τον εντελώς εκπληκτικό πλούτο των γνώσεών του, και στη συνέχεια να αναγνωρίζει στον συζητητή του τη συμβολή του. Κάθε φορά που ένα καινούριο βιβλίο του Βεργόπουλου κυκλοφορούσε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, ήταν αρκετοί εκείνοι που θα δέχονταν ένα τηλεφώνημα από τον συγγραφέα μέσα στις επόμενες ημέρες: «Δες την αναφορά μου σχετικά με τον Αλτουσέρ στο τρίτο κεφάλαιο. Θα σου θυμίσει τον καβγά μας πριν από μερικούς μήνες στο κουβανέζικο μπαρ».

Οι γνώσεις του περιστρέφονταν γύρω από τα πάντα. Μπορούσε με την ίδια ευκολία να μιλήσει για λογοτεχνία, πολιτική, οικονομία, ιστορία, γεωπολιτική, μουσική, σινεμά ή ποδόσφαιρο – αρκεί η συζήτηση να επικεντρωνόταν στην υπαρξιακή διάσταση του παιχνιδιού και όχι στα συστήματα. Ο Κώστας Βεργόπουλος ήταν ένα αρχέτυπο της φθαρμένης έννοιας «διανοούμενος».

Γεννημένος στην κατοχική Αθήνα το 1942, ο Κώστας Βεργόπουλος ακολούθησε σπουδές Νομικής στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο πατέρας του δεν ήταν μέλος καμίας από τις δύο μεγάλες παρατάξεις του Εμφυλίου, άνηκε στο ρεύμα του «αρχειομαρξισμού», που συνδεόταν ως έναν βαθμό με τον Τρότσκι. Από εκεί κληρονόμησε μια αντισυμβατική «τρίτη ματιά» για κάθε βασική αντίθεση στο εσωτερικό των κοινωνιών, αν και μελετώντας την ιστορία των αρχειομαρξιστών σε μεγάλη ηλικία απογοητεύτηκε από τον δογματισμό τους. Βρέθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Σορβόννη, στις Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες, και βρέθηκε μέσα στη δίνη του Μάη του ’68, στον οποίο συμμετείχε ενεργά. Η ακαδημαϊκή και πολιτική εμπειρία που συσσώρευσε τον έκανε μέλος μιας «παρέας» Ελλήνων διανοουμένων που σφράγισαν τη σκέψη της Αριστεράς στη Μεταπολίτευση – ανάμεσά τους ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Αγγελος Ελεφάντης και άλλοι πολλοί. Νεότερος από αυτούς, ο Κώστας Βεργόπουλος θα διαφωνήσει μαζί τους, αναπτύσσοντας μια αιρετική ιδέα για την ανάπτυξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, προτείνοντας μια άλλη ανάγνωση των οικονομικών δομών της καπιταλιστικής Ελλάδας. Στα δύο θεμελιώδη πρώτα έργα του, «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα» (Εξάντας, 1975) και «Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη» (Εξάντας, 1979), θα αμφισβητήσει την κυρίαρχη ιδέα της δομικής καπιταλιστικής υστέρησης και εξάρτησης της Ελλάδας, υποστηρίζοντας τη θέση ότι στη χώρα οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι αναπτυγμένες από νωρίς και αποκτούν σχήμα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επικεντρώνοντας έτσι την κριτική του στις πολιτικές που ακολουθήθηκαν και όχι στη δομική ανεπάρκεια της ελληνικής οικονομίας. Μια θέση που θα αναπαραγάγει στη συνέχεια σχεδόν αυτούσια ο Βρετανός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ στην ιστορική έρευνά του για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Ενας Ελληνας πανεπιστημιακός που γνωρίζει καλά το έργο του με αφορμή τον θάνατό του έγραψε ότι «σε ανύποπτο χρόνο έχει ειπωθεί ότι αυτά τα δύο βιβλία του μαζί με τον “Δύσμορφο καπιταλισμό” είναι “καταδικασμένα” να διαβάζονται και να ξαναδιαβάζονται τόσο από τις παλιότερες όσο και από τις νεότερες γενιές».

Ιδιαίτερα κριτικός απέναντι στο ευρώ και την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης γύρω από αυτό ήδη από τη δεκαετία του 1990, θα αρνηθεί μετά το ξέσπασμα της κρίσης την ιδέα ότι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα αποτελούσε λύση.

Εξελέγη καθηγητής Οικονομολογίας στη Σορβόννη το 1974, στη συνέχεια, το 1992, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο και τελικά, το 2002, καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris 8. Ο χρόνος του θα μοιράζεται σταθερά ανάμεσα στην Αθήνα, το Παρίσι και τις αγαπημένες του Σποράδες. Από το 2000 θα συμμετάσχει ενεργά στις συναντήσεις οικονομολόγων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που θα συνδεθούν με το «Κοινωνικό Φόρουμ», λαμβάνοντας μέρος στα συνέδρια του Πόρτο Αλέγκρε. Παράλληλα, εργαζόταν ως εμπειρογνώμονας σε διεθνείς οργανισμούς πάνω στο ζήτημα της ανάπτυξης στη Μεσόγειο. Συνέγραψε περισσότερα από είκοσι βιβλία και συμμετείχε σε δεκάδες ακόμα συλλογικά συγγράμματα. Είναι ένας από τους πιο πολυμεταφρασμένους Ελληνες θεωρητικούς, καθώς έργα του κυκλοφορούν στα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα ιταλικά, τα ολλανδικά και τα κινεζικά. Αρθρα του έχουν δημοσιευτεί στη «Νέα Σελίδα», στα «Επίκαιρα», ενώ παλαιότερα διετέλεσε σταθερός αρθρογράφος της «Ελευθεροτυπίας».

Ανθρωπος πολυπράγμων και πολυμήχανος, περισσότερο με την έννοια του Λεονάρντο ντα Βίντσι παρά με αυτήν του Οδυσσέα, ο Κώστας Βεργόπουλος, που πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 2017 στο Παρίσι από εγκεφαλική αιμορραγία, θα λείψει, όπως αρμόζει στους πραγματικούς διανοούμενους, από πολλές πτυχές της ζωής. Η απουσία του θα είναι αισθητή ταυτόχρονα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και στην άμιλλα της σκέψης, στα διεθνή φόρουμ για την οικονομική ισότητα και από τις μεγάλες φωνασκούσες παρέες στο Καρτιέ Λατέν, το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια.

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 12/11/2017