ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ*

Είναι κοινός τόπος ότι οι λεγόμενοι «αστικοί μύθοι» υφίστανται στον χρόνο είτε για να καταρρίπτονται είτε για να επιβεβαιώνονται. Το περίγραμμα της Θεσσαλονίκης, ως τόπου-πόλη αλλά και ως σημείου αναφοράς για τις τέχνες στη διαδικασία άνθησής τους τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελεί ένα τέτοιο πεδίο διερεύνησης. Επικεντρώνοντας στο πεδίο της μουσικής δημιουργίας, η «μεγάλη φτωχομάνα» φαίνεται ότι κερδίζει στα σημεία συγκριτικά με άλλα αστικά κέντρα, καθώς δεν έχει πάψει να «εξάγει» δημιουργούς, συνθέτες και ερμηνευτές, μουσικούς και εν γένει ανθρώπους του τραγουδιού. Το φάσμα είναι εκτενές και προσεγγίσιμο, υπό το πρίσμα των διαφορετικών μουσικών ειδών που υπηρετούν οι Θεσσαλονικείς (ή θεσσαλονικοτραφείς) δημιουργοί, των χώρων που επιλέγουν να εμφανίζονται σκηνικά, των προοπτικών τους για ακρόαση σε πανελλήνια κλίμακα.

Το λαϊκό τραγούδι αποτελεί, πάντως, τη βάση, την κυρίαρχη εκφραστική προοπτική για τους ανθρώπους της μουσικής στην πρώτη, μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ετούτο εάν κάποιος συνυπολογίσει το κομβικό σημείο που βρίσκεται η πόλη (μεταξύ Βαλκανίων, Ανατολής και Δύσης). Οπως ακόμη τις ιστορικές συνδηλώσεις της (ως επίκεντρου διεκδίκησης, παρουσίας και ιχνηλατήσεων από διαφορετικές εθνότητες για αιώνες), που την καθιστούν κοσμοπολίτικη, ανάμεικτη και γι’ αυτό καλλιτεχνικά άμεση. Ο μεταβαλλόμενος πληθυσμιακός χάρτης της Θεσσαλονίκης από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη μεταπολεμική – μετεμφυλιακή αστυφιλία, δύο κοινοί παρονομαστές στον χωροχρόνο της που διόγκωσαν την έκταση της πόλης αλλά και την εμπλούτισαν πολιτισμικά και αισθητικά, είναι ακόμη ένας παράγοντας που συνέβαλε στην καλλιέργεια της «λαϊκής μούσας» εκεί. Από το δημοτικό τραγούδι και τους βυζαντινούς απόηχους έως τις σεφαραδίτικες, τις μικρασιάτικες και τις θρακιώτικες μελωδίες, τα βαλκανικά ακούσματα αλλά και το επερχόμενο και καθοριστικό ρεμπέτικο, όλα, από κοινού, έδωσαν ένα «χαρμάνι» που αντικατοπτρίζεται στη μουσική καθημερινότητα των κατοίκων της για αρκετές δεκαετίες έως σήμερα. Κι άλλο τόσο -το κυριότερο ίσως- στοιχειοθέτησαν ένα κοινό μωσαϊκό για σύγχρονους εκπροσώπους της ελληνικής μουσικής συνολικότερα, από τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Σταύρο Κουγιουμτζή έως τον Σωκράτη Μάλαμα και τον Γιάννη Αγγελάκα και φτάνοντας μέχρι τον Βασίλη Καρρά, τον Αντώνη Ρέμο, τη Νατάσα Θεοδωρίδου ή και τον Πασχάλη Τερζή.

Εάν στην Αθήνα, το νεοελληνικό επίκεντρο, όντως μια αφετηρία-άφιξη για τις τέχνες και τα γράμματα, η δισκογραφία έφτασε στην αποκορύφωσή της έως τη δεκαετία του ’90, παράλληλα η Θεσσαλονίκη διεκδικεί μεν έναν μικρότερο ρόλο, αλλά ουσιαστικό. Αξίζει να σημειωθεί η παρουσία του Νίκου Παπάζογλου, ο οποίος δημιούργησε το «Στούντιο Αγροτικόν», διαθέτοντας πια την αχλή του χρόνου και τα ποιοτικά εύσημα, χάρη στη συνέπεια που χαρακτήρισε τις επιλογές του. Με τον Παπάζογλου, που ποτέ δεν εγκατέλειψε τη γενέτειρά του για την πρωτεύουσα της χώρας αλλά και των μουσικών πραγμάτων, αναδείχτηκαν ονόματα που σήμερα είναι δημοφιλή σε πανελλήνια κλίμακα, όπως ο Μάλαμας, ο Μανώλης Φάμελλος με τους «Ποδηλάτες» του, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και η Μελίνα Κανά.

«Κοντινή» σ’ αυτή τη μουσική συνομοταξία είναι η παρουσία του συγκροτήματος Τρύπες (με πρώτο δίσκο ηχογραφημένο στο «Αγροτικόν»), η θρυλική μπάντα του Γιάννη Αγγελάκα που έδωσε τις ροκ νότες για μια ολόκληρη γενιά και για περίπου μία εικοσαετία. Οι στίχοι και ο εναλλακτικός ήχος τους, οι δυναμικές συναυλιακές στιγμές τους στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσαν τη μαγιά για την πορεία τους, με ένα φανατικό κοινό που ακολουθεί ακόμη και σήμερα τις ξεχωριστές καριέρες των μελών του συγκροτήματος. Νεότερη γενιά, σημειωτέον, αυτοί που πήραν τη σκυτάλη από τις Τρύπες, θεωρούνται τα Ξύλινα Σπαθιά (του Παύλου Παυλίδη), έχοντας αναδειχτεί αξιοσημείωτα στη νεολαία με τα τραγούδια αλλά και τις παθιασμένες ηλεκτρικές συναυλίες τους.

Το πνεύμα των ζωντανών εμφανίσεων, ανεπιτήδευτο και αυθεντικό θεσσαλονικιώτικο, συνεπάγεται επίσης την επιτυχία που έχουν κερδίσει στον πέρασμα του χρόνου ονόματα όπως ο Βασίλης Καρράς: με πολύ μεγάλο κοινό στις πίστες της πόλης, ο λαϊκός τραγουδιστής έχει γίνει ίνδαλμα και προεξάρχων μιας κουλτούρας που διαρκεί πάνω από σαράντα χρόνια (Το σύνθημα «Βασίλη, άρχοντα, πάρε μας τα υπάρχοντα» εκφράζει ακριβώς τη σταθερή επιδραστικότητά του). Στο ίδιο μήκος κύματος, μεταξύ λαϊκού και ποπ, έχουν εξελιχθεί οι νεότεροι Ρέμος και Θεοδωρίδου, που αμφότεροι επεξέτειναν τη φήμη τους πέρα από τα όρια της πόλης. Και όντως η «κάθοδός» τους προς την Αθήνα όφειλε να θεωρηθεί δεδομένη για την εξαιρετική -και ζηλευτή στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού- πορεία τους.

Αυτή η «κάθοδος» είναι το σημείο μηδέν για τη μουσική Θεσσαλονίκη, με την έννοια μιας εμπεριστατωμένης συνθήκης, ικανής σε ό,τι αφορά στην ανάδειξη νέων ταλαντούχων και εμπνευσμένων καλλιτεχνών, που, ωστόσο, δεν γίνεται να κρατηθούν στην «εντός των τειχών» μουσική σκηνή. Από μια άποψη, η πόλη είναι μικρή (είτε «στη σκιά της Αθήνας»). Από μιαν εγγύτερη οπτική γωνία, ωστόσο, η Θεσσαλονίκη παραμένει ένα χωνευτήρι έξω από γεωγραφικές κλίμακες. Και θα παραμείνει για όσο θα αξιοποιούνται οι δυναμικές της παράδοσης που διαθέτει από το παρελθόν αλλά και της σύγχρονης υποδομής της, με μουσικά στέκια, συναυλιακούς χώρους, αναρίθμητα σημεία στον μουσικό – ψυχαγωγικό χάρτη της πόλης.
* Δημοσιογράφος – συγγραφέας

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 10/09/2017