Της Κλειούς Παπαπαντολέων*

Ο όρος ψευδείς ειδήσεις (fake news) δεν αρκεί για να περιγράψει το μεγάλο εύρος του φαινομένου. Αναφέρεται μόνο σε ειδήσεις, ενώ το φαινόμενο αφορά σε όλο το πληροφοριακό τοπίο. Η ανταλλαγή ψευδών πληροφοριών, ανακριβών ή κατασκευασμένων, σε συνδυασμό με την ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται και πολλαπλασιάζονται μέσω του διαδικτύου, παράγει ένα φαινόμενο με συνθετότητα και ιδιαιτερότητες όντως καινοφανείς.

Εξετάζοντας τους τύπους πληροφοριών που διακινούνται, τα κίνητρα όσων τις δημιουργούν και τους τρόπους διάδοσης, μπορούμε να εντοπίσουμε από «άκακες» πληροφορίες («Από τη Γαβαλού ο παππούς του Τζορτζ Κλούνεϊ!») μέχρι επιχειρήσεις ηθικής αποδόμησης προσώπων, με όπλο τη «δολοφονία χαρακτήρα» και απώτερο σκοπό την πρόκληση ηθικού πανικού και την προώθηση της ατζέντας του πομπού. Έχουμε επίσης πληθώρα «πληροφοριών» με ευδιάκριτο ρατσιστικό περιεχόμενο και στόχευση, όπως οι «ειδήσεις» για σεξουαλικά ή βίαια εγκλήματα με δράστες πρόσφυγες και μετανάστες ή για πράξεις τους οι οποίες προσβάλλουν τις «δικές μας αξίες». Ιδιαίτερα στο πεδίο αυτό παρατηρεί κανείς την ασυνήθιστη ευπιστία των ανθρώπων που τα διαβάζουν: θέλουν να είναι αλήθεια, θέλουν να τα πιστέψουν -όσο εξωφρενικά ή άγρια κι αν είναι-, γιατί με τον τρόπο αυτό προφανώς επιβεβαιώνονται. Το σχήμα της αυτοεπιβεβαίωσης («δεν είμαι εγώ ρατσιστής, αυτοί τρώνε σκυλιά και βιάζουν ανήλικα») είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη δύναμη αυτών των κατασκευασμένων ειδήσεων: καταφάσκοντας τις ρατσιστικές προσλήψεις ενός προσώπου και ενδύοντάς τες με μανδύα εγκυρότητας, αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας, όχι απλώς οξύνεται ο διάχυτος ρατσισμός, δηλαδή η πρόσληψη του άλλου ως κατώτερου, αλλά εμπεδώνεται επίσης η αντίληψη ότι ο άλλος είναι δομικά, εγγενώς ανεπίδεκτος κοινωνικής ένταξης και ανίκανος να συμπεριληφθεί στο κοινωνικό σώμα. Άρα δεν μπορούμε απλώς παθητικά να τον υποτιμάμε, πρέπει με ενεργητικό τρόπο να τον αποβάλουμε.

Τέλος, στην κατηγοριοποίηση των fake news πρέπει κανείς να συμπεριλάβει την προπαγάνδα. Αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Μπους προπαρασκεύασε την επέμβασή της στο Ιράκ, κατασκευάζοντας και διαδίδοντας συστηματικά την ψευδή πληροφορία περί πυρηνικών όπλων. Το παράδειγμα του πολέμου στο Ιράκ δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο το πρόβλημα και ταυτόχρονα τη δύναμη των fake news: από τη στιγμή που μια πληροφορία ή είδηση εισβάλλει στη δημοσιότητα, κατασκευάζει μια νέα πραγματικότητα και παράγει αποτελέσματα ως τέτοια. Ακόμα και όταν η είδηση είναι καταφανώς ψευδής, η πραγματικότητα που φτιάχνει αποσπάται από το ψευδές, αυτονομείται και παράγει μια καινούρια, απολύτως αληθινή πραγματικότητα. Με έναν τρόπο, το ψευδές έχει ενσωματωθεί και κανονικοποιηθεί, λαμβάνεται ως δεδομένο και ξεκινάμε από αυτό το σημείο και μετά. Έτσι, η πληροφορία ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν κατασκεύαζε πυρηνικά όπλα ήταν απολύτως ψευδής, αλλά ο πόλεμος που εξαπολύθηκε μετά μαίνεται ακόμα 15 χρόνια με τα γνωστά αποτελέσματα.

Με λίγα λόγια, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής ισχύει το ίδιο που ισχύει και στη συκοφαντική δυσφήμηση: η διάψευση δεν αρκεί, το κακό έχει γίνει. Ο Τύπος έχει κομβικό ρόλο σε όλο αυτό. Το να μην βυθιστεί σύσσωμος σε έναν ωκεανό συνωμοσιολογίας, πατριδολαγνείας, ξενοφοβίας με «επιστημονικό» μανδύα και αφόρητης κοινοτοπίας που οδηγεί στην πολιτική καθυστέρηση είναι κρίσιμο.

 

*Η Κλειώ Παπαπαντολέων είναι δικηγόρος, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 11/06/2017