Του Μιχάλη Μπαρτσίδη*

 

Σημαντικές πολιτιστικές εντάσεις διέτρεξαν τη Θεσσαλονίκη μεταπολεμικά και ειδικά τη δεκαετία του ’90, οι οποίες επηρέασαν την παραγωγή ταυτοτήτων και κουλτούρας. Η Θεσσαλονίκη σημαδεύτηκε από την απώλεια της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητάς της. Οι δυνάμεις που επικράτησαν δεν έδειξαν συλλογική ευαισθησία για το παρελθόν της πόλης και συνάμα ιδιοποιήθηκαν κάθε δημόσιο χώρο στο παρόν. Η συνθήκη αυτή απέκοπτε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον εσωτερικό διάλογο και την επικοινωνία μεταξύ των πολλαπλών στοιχείων της ταυτότητάς της. Ο αποκλεισμός τμημάτων της πραγματικότητας της πόλης από τη συλλογική αντίληψη των κατοίκων-πολιτών, από τη θεσμική αναγνώριση και την αναπαράστασή τους, μετατρεπόταν σε εσωτερικό αποκλεισμό ενός μέρους του ίδιου του εαυτού της ως συλλογικού ατόμου.

Ευτυχώς, τα ποικίλα πολιτιστικά κινήματα πόλης που αναπτύχθηκαν από τις αρχές της νέας χιλιετίας συνέβαλαν στην άρση του εσωτερικού αποκλεισμού, στην αποκατάσταση της συλλογικής μνήμης, στην ανάκτηση των δημόσιων χώρων και στην αναδιανομή των κοινών αγαθών.

Η «άλλη Θεσσαλονίκη» διεκδίκησε μια νέα αφήγηση της ιστορίας της πόλης, στην οποία εγγράφονται και συνάπτονται νέες κοινωνικές συμμαχίες. Οι αρμοί που συνδέουν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο με το πολιτιστικό συγκροτούνται από τα ποικιλόμορφα κοινωνικά («όχι» στην υποθαλάσσια, «SOSτε το νερό», Σκουριές, οικολόγοι, σύλλογοι στήριξης προσφύγων και μεταναστών), θεατρικά και εικαστικά «εργαστήρια», λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά, μουσικούς υψηλού επιπέδου στα Ωδεία, στην ΚΟΘ, στις χορωδίες και τις ορχήστρες της πόλης, στη ζωντανή ροκ σκηνή, στους μη χρηματοδοτούμενους «υπόγειους χώρους τέχνης», στις ενώσεις πεζών, στο Gay Pride, στις αντιρατσιστικές ενώσεις φιλάθλων.

Απόδειξη καθαρή, το γεγονός ότι στην προσφυγική κρίση δεν αναπτύχθηκαν κινήματα διεκδίκησης της «εθνικής προτίμησης» έναντι της φιλοξενίας των προσφύγων, παρά μόνο μειοψηφικά στο Ωραιόκαστρο, υποκινούμενα μάλιστα.

Πώς συνέβη αυτό; Καμιά εκδίκηση ή μακβεθικού τύπου αλλαγή εξουσίας σε έναν εμφύλιο. Μια ώριμη κουλτούρα συντονισμού και κοινής πολιτικής δράσης ριζοσπαστικών κινημάτων και κινημάτων πόλης, ακτιβισμού και θεσμικής πολιτικής, εν ολίγοις ένα σπάνιο παράδειγμα πολιτιστικής πολιτικής, που άνοιξε την πόλη στον κόσμο. Η κίνηση αυτή αποτυπώθηκε εν μέρει και στην αλλαγή στον δήμο.

Επειτα από δέκα χρόνια και σε συνθήκες κρίσης, παρά το γεγονός ότι τα κινήματα δεν είναι τόσο ορατά, παραμένει μια θετική δυναμική εν μέσω σημαντικών μεταβολών. Βρισκόμαστε στη φάση όπου οι μάχες δίνονται για τα «δημόσια αγαθά» στις συγκοινωνίες (ΟΑΣΘ, ΜΕΤΡΟ), το «άνοιγμα» του ΚΘΒΕ και του Μεγάρου Μουσικής στα κοινωνικά ζητήματα (λ.χ., πρόσφυγες, μνήμη της πόλης), τη διατήρηση του χαρακτήρα της Ροτόντας και της Νέας Παραλίας χωρίς τραπεζοκαθίσματα, αλλά και για το λιμάνι, τους πεζόδρομους, το δάσος. Αν και χωρίς θετική έκβαση, συνεχίζονται οι δράσεις στις Σκουριές, στη ΒΙΟΜΕ και σε άλλα εγχειρήματα αλληλέγγυας κοινωνικής οικονομίας. Υποχώρησαν οι καταλήψεις διαφόρων κτιρίων. Η σημαντικότερη στιγμή στις μέρες μας υπήρξε ο ακούραστος και με αυταπάρνηση εθελοντισμός ατόμων, ομάδων και φορέων για το Προσφυγικό.

Συμπερασματικά, δεν συγκροτούνται πλέον ρεύματα ή σχολές, αλλά αυτό που μένει σήμερα είναι ότι τα υπάρχοντα στοιχεία δουλεύουν και φέρνουν άλλα. Τα ανοιχτά και μη ανασφαλή πνεύματα και όλες οι πολιτιστικές δυνάμεις της αγαθής μερίδας της πόλης οφείλουν να διατηρήσουν την κληρονομιά της συλλογικής σιγουριάς, της δημιουργικής διαχείρισης των κοινών αγαθών, της εξωτερίκευσης και επικοινωνίας, της πολιτικής ηθικής. Η έξοδος της πόλης στον κόσμο δεν θα είναι ένας ξεπερασμένος κοσμοπολιτισμός, αλλά μια πρακτική κοσμο-πολιτικής.

 

* Διδάσκει Φιλοσοφία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 10/09/2017