Του Δημήτρη Μαύρου*

Η στάση και ο βαθμός εμπιστοσύνης που δείχνουν οι πολίτες για μια ξένη χώρα δεν συνδέονται μόνο με τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ανθρώπινη χημεία μεταξύ των λαών τους, αλλά και με τους συσχετισμούς της εικόνας των χωρών με άλλες τρίτες χώρες, όπως, βεβαίως, και με την εκάστοτε μάκρο ή μίκρο διεθνή ή εγχώρια συγκυρία.

Εχει παγιωθεί στην Ελλάδα να μιλάμε για έντονο «αντιαμερικανισμό» σε πολιτικό επίπεδο, να διαδηλώνουμε με πορείες προς την αμερικανική πρεσβεία και να έχουμε αναγάγει σχεδόν σε εθνική παρέλαση την πορεία την ημέρα της 17ης Νοεμβρίου. Φυσικά, έχει βάλει το χέρι της και η αμερικανική πολιτική όλες αυτές τις δεκαετίες όσον αφορά σε θέματα που αφορούν στη χώρα.

Παρ’ όλα αυτά, οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας μας κάνουν ό,τι μπορούν για να ζουν και να έχουν το ίδιο lifestyle με τους πολίτες των ΗΠΑ, να χρησιμοποιούν τα ίδια προϊόντα, να θέλουν να σπουδάσουν στα πανεπιστήμιά τους και να ακούν με τους ίδιους κώδικες επικοινωνίας και διαφήμισης.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι να μελετήσει κανείς τη διαχρονική εξέλιξη της εικόνας και του βαθμού εμπιστοσύνης που έχουν οι Ελληνες πολίτες για τις ΗΠΑ. Η MRB Hellas Α.Ε. διαθέτει τη μεγαλύτερη και ιστορικότερη κοινωνικοπολιτική βάση δεδομένων, τις ΤΑΣΕΙΣ, οι οποίες από το 1987 μέχρι σήμερα παρακολουθούν τις αντίστοιχες εξελίξεις στη χώρα μας.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, παρατηρούμε ότι σήμερα (Ιούνιος 2017) οι πολίτες αποδίδουν βαθμό εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ της τάξης του 9,4%, που τις φέρνουν μόλις πάνω από τη Γερμανία (7%) και την Τουρκία (2,9%).

Πρώτη χώρα σε βαθμό εμπιστοσύνης στην Ελλάδα είναι η Ρωσία (35,8%) και ακολουθούν η Γαλλία (31,4%), η Κίνα (20,6%) και μετά η Αγγλία (18,4%). Αν εξαιρέσει κανείς την Κίνα, για πρόσφατους ευνόητους λόγους, οι υπόλοιπες τρεις χώρες αποτελούν τις εγγυήτριες δυνάμεις του 1821. Η όλη εικόνα έχει γίνει πλέον δομικό στοιχείο του DNA μας.

Τα μέγιστα ποσοστά της δημοτικότητας των ΗΠΑ τα τελευταία δώδεκα χρόνια εμφανίζονται τον Δεκέμβριο του 2006 και τον Φεβρουάριο του 2016 (περίπου γύρω στο 12%), ήτοι δέκα χρόνια αργότερα, για διαφορετικούς λόγους στην κάθε περίπτωση, που θα αναλύσουμε πιο κάτω σε συσχετισμό και με την εικόνα της ΕΕ.

Τα δε χαμηλότερα ποσοστά (περίπου 3% με 4%) εμφανίζονται τη διετία 2010-2011, που αποτελεί και την πλέον αντισυστημική περίοδο που πέρασε ποτέ (ως φαίνεται) μεταπολιτευτικά η χώρα μας. Είναι η εποχή, εξάλλου, που ανδρώνεται και η Χρυσή Αυγή.

Ωστόσο, όπως αναφέραμε, η εικόνα μιας χώρας -εν προκειμένω, των ΗΠΑ- δεν δημιουργείται εν κενώ και κυρίως όταν οι Ελληνες δεν ξεχνούν ποτέ ότι είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα. Γι’ αυτό και το επόμενο γράφημα δείχνει ανάγλυφα τους συσχετισμούς εικόνας ΗΠΑ και ΕΕ.

Είναι εμφανές ότι μέχρι και το 2009 και πριν από την έναρξη της κρίσης, η εικόνα της ΕΕ ήταν πάρα πολύ ψηλά, με τον αντίστοιχο αντιαμερικανισμό να είναι κι αυτός σε μεγάλη ένταση. Εχει, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον το άθροισμα των εικόνων των δύο χωρών. Το άθροισμα αυτό κορυφώνεται τη χρονιά του 2006, όταν η Ελλάδα ευημερούσε ζώντας μέσα στην άγνοια του «τσουνάμι» που ήταν προ των πυλών. Εκείνη την εποχή οι εικόνες τόσο της ΕΕ όσο και των ΗΠΑ ήταν στη μέγιστη δυναμική, μια και στη χώρα μας η πέψη της «ευφορίας» είχε κάνει τους πολίτες να έχουν την καλύτερη σχέση με οτιδήποτε συστημικό.

Αντίθετα, η αντισυστημικότητα έφτασε στη μεγαλύτερή της ένταση τον Δεκέμβρη του 2011, οδηγώντας τον αντιευρωπαϊσμό και τον αντιαμερικανισμό στα ύψη ή, αλλιώς, την εικόνα των ΗΠΑ και της ΕΕ στο ναδίρ.

Για πρώτη φορά στη γνωστή δημοσκοπικά ιστορία οι εικόνες των ΗΠΑ και της ΕΕ ταυτίζονται -και, μάλιστα, σε πολύ χαμηλά επίπεδα- τον Δεκέμβριο του 2014, παραμονές της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα όμως η εικόνα της ΕΕ ανεβαίνει ξανά, ενώ η εικόνα των ΗΠΑ «κόλλησε» στα κλασικά της επίπεδα μεταξύ 7% και 9%, ενώ η έξαρση που εμφάνισε τον Φεβρουάριο του 2016 μάλλον συνδέεται με την επιμονή του IMF/ΔΝΤ για κούρεμα του χρέους κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης.

Τέλος, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δεν βρίσκεται στα καλύτερά της στην Ελλάδα. Περίπου 40% προς 14% σε σχέση με τον Εμανουέλ Μακρόν.

 

* Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας δημοσκοπήσεων MRB

 

 

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 12/11/2017