Του Ιεροκλή Μιχαηλίδη*

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό ανάμεσα στην Πτολεμαΐδα και την Κοζάνη, τη Χαραυγή, που σήμερα δεν υπάρχει πια, έγινε ορυχείο. Ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τελείωσε τη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, υπήρξε ιδρυτικό μέλος πολλών μικρών θιάσων με δεκάδες παραστάσεις και εμπνεύστηκε και δημιούργησε τους Αγαμους Θύτες – και όχι μόνο. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή ο δρόμος τον έβγαλε στην Αθήνα, σήμερα όμως επιστρέφει μέσα από τα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ στην πόλη που αγάπησε όσο καμιά.

«Ξεκινώντας από τον Γιώργο Ιωάννου με το περίφημο έργο του “Η πρωτεύουσα των προσφύγων”, η Θεσσαλονίκη θα μπορούσαμε να πούμε ότι προκαθορίστηκε από το προσφυγικό στοιχείο. Και δεν παύει οι μνήμες της πόλης και η τεράστια διαδρομή της να έχουν επηρεάσει αυτό που είναι σήμερα. Βέβαια, υπήρξαν πολλές ανακατατάξεις τον 20ό αιώνα. Η πορεία της πόλης ήταν λαμπρή σε όλο το διάστημα της Βυζαντινής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για πολλούς αιώνες ήταν μια πόλη υπαρκτή, σημαντική, ίσως η σημαντικότερη μετά την Κωνσταντινούπολη – μάλιστα, ο Σαββόπουλος είπε ότι αγαπάμε τη Θεσσαλονίκη γιατί μας θυμίζει την Κωνσταντινούπολη. Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και υπήρξαν μεγάλες πληθυσμιακές αλλαγές, όλη αυτή η ζύμωση οδήγησε στη μεταπολεμική ταυτότητα της πόλης».

«Η Θεσσαλονίκη για όλη τη Μακεδονία, για όλη τη Βόρεια Ελλάδα, είναι το σημείο αναφοράς, είναι το κέντρο μας. Υπήρξε για όλη τη Βόρεια Ελλάδα μια κοινή κουλτούρα, η οποία δημιουργήθηκε μετά το 1923 από τους γηγενείς πληθυσμούς και τους πρόσφυγες. Ετσι και για εμένα ήταν σαν να πηγαίνεις από την περιφέρεια μιας μεγάλης πόλης στο κέντρο της. Ηταν η πρωτεύουσά μας, η μεγάλη πόλη. Ισως λόγω συναισθηματισμού, ίσως λόγω κοινής κουλτούρας, μπορώ να πω για εμάς, για τα παιδιά που έφευγαν από ένα χωριό της Μακεδονίας και πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη, ότι δεν συναντούσαμε κάτι διαφορετικό. Θέλω να πω ότι δεν είχες καν την αίσθηση της μετακίνησης ή του ξένου τόπου, γιατί η ντοπιολαλιά, η καθημερινότητα, η κοινή καταγωγή όλων τον έκανε οικείο, δεν θεωρούσες καν ότι πήγαινες κάπου αλλού. Ηταν απλώς σαν να άλλαζες γειτονιά. Υπήρχε μια κοινή ματιά, μια ομοιογένεια, η οποία αποκτήθηκε σε πολύ λίγα χρόνια, και για εμάς δεν υπήρχε η αίσθηση ότι έφυγες μακριά από το σπίτι σου. Για εμένα προσωπικά, λόγω της ενασχόλησής μου με το θέατρο, ήταν ένα ταξίδι χαράς και ικανοποίησης. Ηταν η Γη της Επαγγελίας».

«Δεν είναι μύθος. Στη Θεσσαλονίκη του ’80 υπήρξε μουσική άνθηση, όπως υπήρξαν και άλλα κινήματα, υπήρξε οργασμός δημιουργικότητας. Οι άνθρωποι δούλευαν χωρίς να προσδοκούν κάτι σημαντικό – ούτε χρήματα ούτε φήμη. Δούλευαν για την ψυχή τους, γι’ αυτό που πίστευαν. Οι Αγαμοι Θύται, λόγου χάρη, φυσικά είναι δημιούργημα της πόλης. Και είναι καταγεγραμμένοι εκεί, γιατί εκεί ξεκίνησαν έπειτα από κάποιες απόπειρες, δεν δημιουργήθηκαν μέσα σε λίγους μήνες πριν από την πρεμιέρα τους. Τους έφτιαξα το 1990, έπειτα από επιμονή σχεδόν μίας οκταετίας για να μπορέσει να σταθεί αυτό το περίεργο, «πρωτοποριακό – ανατρεπτικό» είδος. Επηρεασμένοι από το “revue” πίστας, την επιθεώρηση, το βαριετέ και το καμπαρέ. Επίγονοι, με τη δική μας αισθητική, του Γιώργου Μαρίνου και του Χάρρυ Κλυνν».

«Ταξιδεύω συχνά στη Θεσσαλονίκη, με την οποία προσπαθώ να διατηρώ ισχυρούς δεσμούς. Πιστεύω, βέβαια, ότι τα τελευταία χρόνια κλείστηκε λίγο παραπάνω στον εαυτό της. Ωστόσο, η σκληρή κριτική και η απόρριψη, που είναι πολύ πιο εύκολη, αποτελούν ιδανικές συνθήκες για να προετοιμαστείς καλά, να κάνεις όλη τη δύσκολη διαδρομή, να αποκτήσεις όλο τον οπλισμό που χρειάζεσαι. Η ενδοσκόπηση, η παρατήρηση και η δημιουργία μπορεί να είναι πολύ γόνιμες κάτω από αυτές τις συνθήκες».

«Πολλοί αναφέρονται στην πόλη σαν να μιλάνε για τουριστικό οδηγό. Η Θεσσαλονίκη όμως δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Εχει μια πλευρά που προσωπικά αγαπώ. Εχει μια υπόγεια, εσωτερική ζωή, έχει την τεράστια ιστορία της, έχει τις πολύ μεγάλες μορφές της, που την καθόρισαν. Μπορώ να πω ότι οι πόλεις έχουν δύο όψεις. Και η Θεσσαλονίκη είναι σημαντική και για την εσωτερική της όψη, όχι μόνο για τον Θερμαϊκό, ο οποίος είναι ακόμα και τώρα υπέροχος. Στη Θεσσαλονίκη επικεντρωνόμαστε μόνο στα στοιχεία που φαίνονται. Προσπερνάμε τα άλλα, το χαμόγελο των ανθρώπων, την όρεξή τους για δουλειά, ακόμα και τον ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις τους, αλλά και την πνευματική ζωή της πόλης, όλα τα στοιχεία που δείχνουν και τον πολύ σημαντικό χαρακτήρα της. Η Θεσσαλονίκη είναι πιο πολύ οι ποιητές της παρά το περιβάλλον της, αυτοί είναι τα “σπλάχνα” της. Η εσωτερικότητά της είναι παράλληλα και η βιτρίνα της».

 
* Ηθοποιός – σκηνοθέτης

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 10/09/2017