ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΡΑ*

Από το 1960, που αρχίζει η προϊστορία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μέχρι σήμερα, σταθερή αξία του παραμένει η σχέση του με την πόλη. Για τους Θεσσαλονικείς ήταν πάντα ένα κορυφαίο γεγονός· η εβδομάδα που άλλαζε την εικόνα της καθημερινότητας στην καρδιά της πόλης. Για τους Αθηναίους φεστιβαλιζόμενους ήταν ένα ταξίδι με όνειρα, επιτυχίες και αποτυχίες, συναισθήματα, ζυμώσεις, εντάσεις ή και αντιπαλότητες. Ο ελληνικός κινηματογράφος διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του θεσμού από τη δεκαετία του ’60 μέχρι το 1992, που το φεστιβάλ έγινε διεθνές. Η πόλη όμως ήταν αυτή που καθόριζε την ατμόσφαιρα και τον ρυθμό του.

Το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη των πρώτων χρόνων του φεστιβάλ έχει μείνει στη μνήμη περισσότερο για τη νοσταλγία εκείνης της εποχής παρά για της ταινίες του. Παρότι τα τρία «Κ» του κινηματογράφου μας (Κακογιάννης – Κούνδουρος – Κανελλόπουλος) προανήγγελλαν την αλλαγή του τοπίου: τον ερχομό του Αγγελόπουλου, του Βούλγαρη και των άλλων σκηνοθετών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Η Θεσσαλονίκη έγινε σκηνικό των ενσταντανέ της εποχής με σπουδαίους ηθοποιούς αλλά και με στάρλετ που έπαιρναν πόζες εμπνευσμένες από τα φεστιβάλ των Καννών ή της Βενετίας. Οπως και να ’χει, η κορύφωση της κοσμικής ζωής της πόλης ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το κινηματογραφικό της φεστιβάλ. Η πλατεία Αριστοτέλους, το «Ολύμπιον», το «Ντορέ», η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ο «Αλέξανδρος» έγιναν στέκια διασήμων, διανοούμενων αλλά και της γενιάς των μικρομηκάδων της δεκαετίας του ’60, που διεκδίκησαν στους χώρους του φεστιβάλ αυτό που θεωρούσαν ότι τους ανήκε. Το 1965, στην Εκτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου (όπως λεγόταν το φεστιβάλ μέχρι τότε), τέθηκε για πρώτη φορά από νέους σκηνοθέτες, πολλοί από τους οποίους ήταν Λαμπράκηδες, το αίτημα η διοργάνωση να μην είναι μόνο βιτρίνα της εγχώριας κινηματογραφικής βιοτεχνίας, αλλά και χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης των δημιουργών της.

Στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκε για πρώτη φορά συγκροτημένα και δημόσια η διαμάχη που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει τον κινηματογράφο στην Ευρώπη: το σινεμά των δημιουργών απέναντι στο σινεμά των παραγωγών. Αποκορύφωμα αυτής της διαμάχης ήταν το Αντιφεστιβάλ του 1977, μετά το οποίο σταδιακά όλα τα θέματα και οι φορείς του κινηματογράφου σταμάτησαν να υπάγονται στις αρμοδιότητες του υπουργείου Βιομηχανίας και μεταφέρθηκαν στο υπουργείο Πολιτισμού.

Το 1960 η Θεσσαλονίκη ήταν ήδη ο καθρέφτης της εξωστρέφειας της παραγωγικής μας μηχανής. Είχε τη ΔΕΘ. Είχε όμως και λογοτεχνική παράδοση και πνευματικούς ανθρώπους που πίστευαν ότι ο πολιτισμός είναι επένδυση. Η ιδέα για ένα φεστιβάλ κινηματογράφου, ελληνικό και διεθνές, ανήκει στον Λίνο Πολίτη (πρόεδρο της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη») και τον Παύλο Ζάννα (ιδρυτή της Κινηματογραφικής Λέσχης «Τέχνη»). Η πρότασή τους έγινε δεκτή από τη ΔΕΘ. Το υπουργείο Βιομηχανίας όμως την περιόρισε σε «Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου», γιατί σκόπευε να υλοποιήσει την ιδέα των ξενοδόχων της Ρόδου για δημιουργία διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ στο νησί.
Ο Ζάννας, θερμός κινηματογραφόφιλος και ιδεαλιστής, έγραφε το 1963 σε τεύχος της «Επιθεώρησης Τέχνης»: «Το φεστιβάλ τονώνει το ενδιαφέρον για τον καλό ελληνικό κινηματογράφο και γίνεται αφορμή για επαφές που μπορούν να έχουν ευχάριστη συνέχεια. Η συμμετοχή ξένων ταινιών -που δεν θα συναγωνίζονται για την ώρα τις ελληνικές- πρέπει να τονωθεί και να κληθούν ξένοι οικονομικοί παράγοντες που θα ενδιαφερθούν να πουλήσουν ταινίες, να αγοράσουν ελληνικές, να έρθουν σε επαφή με Ελληνες τεχνικούς, ηθοποιούς και παραγωγούς, με τους οποίους θα μπορέσουν να συνεργασθούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό». Μισός αιώνας και κάτι πέρασε, και το όραμά του παραμένει επίκαιρο.

Ο ελληνικός κινηματογράφος, με τις αρετές, τις αντιφάσεις ή και τις αγκυλώσεις του, έφερε στο φεστιβάλ τον παλμό «νέου κύματος» κατά τη δεκαετία του ’70 -αξέχαστες οι στιγμές συγκίνησης, όταν εμφανίστηκε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με την «Αναπαράσταση» και τον «Θίασο»-, ενώ το βύθισε σε τέλμα τη δεκαετία του ’80. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά άρχισε να ξαναζεί μαζί του το όνειρο της εξωστρέφειας. Η μετεξέλιξη του φεστιβάλ σε διεθνές το 1992 και η μόνιμη εγκατάστασή του στο ανακαινισμένο «Ολύμπιον» συνοδεύτηκαν από γενικότερη ανάπλαση χώρων της πόλης (των παλιών αποθηκών στο λιμάνι) για να στεγάσουν τις δραστηριότητές του. Στη Θεσσαλονίκη πρωτογνωρίσαμε μεγάλους δημιουργούς του σύγχρονου σινεμά, τον Αμπάς Κιαροστάμι, τον Ατόμ Εγκογιάν, τον Γουόγκ Καρ Βάι. Εκεί επανεκτιμήσαμε τον Γιώργο Τζαβέλα, τον Ζιλ Ντασέν, τον Τζον Κασαβέτης, τον Αλέξη Δαμιανό – που όταν ήταν στις δόξες του, με την «Ευδοκία» και το «Μέχρι το πλοίο», το φεστιβάλ τον είχε σπρώξει στο περιθώριο του κάδρου.

Το φεστιβάλ με νέους ανθρώπους στο τιμόνι του από πέρσι, τον Ορέστη Ανδρεαδάκη και την Ελίζ Ζαλαντό, επανέφερε πιο έντονα το αίτημα της ουσιαστικής επανασύνδεσής του με την ελληνική ταινία αλλά και την ανάγκη εμβάθυνσης και μονιμοποίησης της σχέσης του με τους νέους της πόλης. Τα θερινά open air και οι εκδηλώσεις που απλώνονται στη διάρκεια ολόκληρου του χρόνου εντάσσονται στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ζωντανού κινηματογραφικού οργανισμού, πόλου πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η Θεσσαλονίκη έχει στα χέρια της τον μηχανισμό που μπορεί να την κάνει ακμάζουσα κινηματογραφική πόλη, κέντρο των Βαλκανίων.
* Δημοσιογράφος

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 10/09/2017