«Mαυροκόκκινο» κυβερνητικό συνασπισμό (CDU-SPD), άλλα χρώματα, ειδικά κίτρινο των αντιευρωπαϊστών Φιλελευθέρων (FDP) ή Πράσινο, βλέπει το πρακτορείο Reuters, στα μετεκλογικά σενάρια της Γερμανίας, επιμένοντας πώς οι κάλπες της 24ης Σεπτεμβρίου επιφυλάσσουν «νέες αποχρώσεις», καθώς η Άνγκελα Μέρκελ διεκδικεί τέταρτη θητεία, αλλά η θέση του αντικαγκελάριου είναι «ανοικτή».

Το μοναδικό κόμμα που βρίσκει «κλειστές όλες τις πόρτες της μετεκλογικής συνεργασίας είναι το «λαϊκιστικό ακροδεξιό» AFD που ωστόσο οι δημοσκοπήσεις το αναδεικνύουν ως τρίτο ισχυρότερο με ποσοστά από 8–11%.

Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) της Άνγκελα Μέρκελ και οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD, υπήρξαν εταίροι σε τρεις «μεγάλους συνασπισμούς» και παραμένουν από το 2013, ωστόσο αναλυτές δεν αποκλείουν ακόμη και το να περάσει το SPD στην αντιπολίτευση και στη θέση του να βρεθούν οι Φιλελεύθεροι (FDP), οι Πράσινοι ή ακόμη και οι πρώην ανατολικογερμανοί κομμουνιστές του Die Linke.

Το σενάριο που τρομάζει ιδιαίτερα τις Βρυξέλλες είναι το «μαυροκίτρινο», δηλαδή συμφωνία της Μέρκελ με τον Κρίστιαν Λίντνερ και τους Φιλελεύθερους που ο γερμανικός Τύπος χαρακτηρίζει «υπέρμαχους του Grexit και πολέμιους του ευρώ».

Φιλελεύθεροι και Πράσινοι: στόχος η κυβέρνηση

Από «κόμμα ρυθμιστής» που μπορεί να σχηματίζει και να λύνει συνασπισμούς, οι φιλελεύθεροι του FDP υπέστησαν το 2013 τόσο μεγάλη εκλογική ήττα (4,76%), ώστε δεν κατάφεραν ούτε να μπουν στο κοινοβούλιο.

Οι Πράσινοι, που εισήλθαν στην κυβέρνηση από το 1998 έως το 2005 υπό την ηγεσία του SPD, έχουν χάσει τα δυο ιστορικά θέματα της ατζέντας τους, με τη σταδιακή εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας που αποφασίστηκε το 2011 και στη συνέχεια με την έγκριση, του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου.

AfD και Die Linke

Το κόμμα της γερμανικής λαϊκής δεξιάς, που ιδρύθηκε την άνοιξη του 2013, απέτυχε το επόμενο φθινόπωρο να εισέλθει στην Μπούντεσταγκ, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις μιλούν για θριαμβευτική επάνοδο με 8-11%.

«Μουσουλμανική μετανάστευση και εγκληματικότητα» είναι το θέμα της συνέντευξης Τύπου που παραχωρούν σήμερα οι δύο επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) Αλεξάντερ Γκάουλαντ και Αλίτσε Βάιντελ, κορυφώνοντας την προεκλογική καμπάνια του κόμματος που ξεκίνησε με φωτογραφίες νεαρών γυναικών σε πλαζ όπου αναγραφόταν «Μπούρκα; Προτιμούμε το μπικίνι», και εικόνες σκάφους με μετανάστες όπου αναγράφεται «Σε κίνδυνο; Μάλλον το επόμενο κύμα εγκληματικότητας».

Ο σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος Μάρτιν Σουλτς χαρακτήρισε το AfD «ακροδεξιό κόμμα», όρος που στη Γερμανία χρησιμοποιείται για τα νεοναζιστικά κόμματα και «ντροπή της χώρας», ενώ η Άνγκελα Μέρκελ καταγγέλλει εκείνους «που δεν ξέρουν να κάνουν κάτι άλλο από το να κραυγάζουν και να σφυρίζουν».

Σταθερά στην αντιπολίτευση, παραμένει, εάν επαληθευτούν οι δημοσκοπήσεις, το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς Die Linke, που ιδρύθηκε το 2007 από κομμουνιστές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Με ελληνική υπηκοότητα το 0,01% των ψηφοφόρων

Ανάμεσα στα 61,5 εκατομμύρια των Γερμανών που καλούνται στις κάλπες της ερχόμενης Κυριακής υπάρχουν και αρκετές χιλιάδες πολιτών που έχουν εκτός από τη γερμανική και την ελληνική υπηκοότητα.

Μολονότι το καθεστώς της διπλής υπηκοότητας μετρά 15 και πλέον χρόνια ζωής, πολλοί Έλληνες της Γερμανίας εξακολουθούν να μην γνωρίζουν τι ακριβώς προβλέπει η σχετική νομοθεσία και ποια είναι τα δικαιώματά τους.

Ήδη, από τη δεκαετία του 1990 η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων (ΟΕΚ) Γερμανίας με πρωταγωνιστή τον αλησμόνητο συνάδελφο στην ελληνική σύνταξη της Deutsche Welle Σταμάτη Ασημένιο -μέλος του τότε προεδρείου της ΟΕΚ, ο οποίος είχε οραματιστεί τη διπλή υπηκοότητα και για τους Έλληνες της Γερμανίας- και συμπαραστάτη τον δραστήριο τότε πρόεδρο της ομοσπονδίας Κώστα Παππά, είχε ξεκινήσει τις σχετικές ενέργειες σε όλα τα επίπεδα, με βασικό όπλο διαπραγμάτευσης την αρχή της αμοιβαιότητας.

Το 1999 εντέλει η γερμανική Βουλή ανταποκρίθηκε και υιοθέτησε σχετική νομοθεσία, εντούτοις ορισμένα ομόσπονδα κρατίδια, όπως η Βαυαρία, αρνούνταν να την εφαρμόσουν.

Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, στα τέλη του 2016 οι Έλληνες της Γερμανίας υπολογίζονταν (πρόκειται για ετήσια εκτίμηση βάσει έρευνας και όχι απογραφή) στις 443.000 από 412.000 το 2015, δύναμη που χαρακτηρίζεται αμελητέα, αφού το ποσοστό τους επί του συνόλου των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δεν ξεπερνά το 0,01%.

Λιγότερο ελκυστική για την απόκτηση της γερμανικής υπηκοότητας, καθιστούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια, όπως το «τεστ πολιτογράφησης», αλλά και το κόστος που φθάνει τα 255 ευρώ.

Πηγή: Deutsche Welle