Τη χειροκροτήσαμε στον «Γλάρο» του Αντον Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου. Μας εξέπληξε ευχάριστα στην παράσταση «Προμηθέας Δεσμώτης». Η μουσική για την ίδια δεν έχει σύνορα και το κλαρινέτο της σε ταξιδεύει σε μαγικές διακοπές στην Αμοργό. Πολυπράγμων, δημιουργική, με βλέμμα καθαρό και σίγουρο, έχει χίλια ταλέντα που σου θυμίζουν πως, ναι, η ομορφιά μπορεί και θα σώσει τον κόσμο! Κανονικότητα δεν υπάρχει στη ζωή της, αφού προσδοκά να συναντά ανθρώπους περίεργους, με συναίσθηση, κεφάτους και ομαδικούς. Πάντα θα μου θυμίζει τη ρήση του Ντοστογιέφσκι «μόνο ένα πράγμα έχει σημασία: να είσαι ικανός για να τολμήσεις». Κι αν αυτή τη στιγμή, υπερρεαλιστικά, ακούτε έναν ήχο οριστικό και αδιαπραγμάτευτο, αυτός είναι ο ήχος από το κλαρινέτο της.

 

Ιριδα, περίγραψέ μας τη φάση που σε πετυχαίνουμε.

Η φάση στην οποία βρίσκομαι περιλαμβάνει πολλές ώρες μελέτης κλαρινέτου, καθώς είμαι σχετικά κοντά στο τέλος των -ωδειακών τουλάχιστον- σπουδών μου, άρα χρειάζεται απ’ την πλευρά μου αφοσίωση, επιμέλεια και πολύς χρόνος. Επίσης, τις μέρες αυτές γράφω κλαρινέτο στο στούντιο για τον πρώτο προσωπικό δίσκο ενός φίλου, του οποίου τα τραγούδια μού αρέσουν πολύ.

 

Πες μας μια σκέψη που σε γεμίζει με αισιοδοξία, παρά το αρνητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείς.

Η δημιουργική σκέψη είναι αισιόδοξη έτσι κι αλλιώς. Ας είναι άγριο το περιβάλλον που την πλαισιώνει. Να καταπιάνεσαι με κάτι και να αφοσιώνεσαι σ’ αυτό με όλη σου την αγάπη και τη φροντίδα είναι γενναιόδωρη πράξη. Είναι και η μεγαλύτερη προσφορά που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του.

 

 

Τις μέρες που σε παίρνει από κάτω ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου;

Με τρομάζει η σκέψη ότι θα εξοικειωθώ ολοένα με την εικόνα ενός πρόσφυγα, ενός άστεγου, ενός ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια, μιας κοπέλας που καταδικάζεται σε δεκατρία χρόνια φυλάκιση από το πουθενά, τόσο που θα σταματήσω να αισθάνομαι. Με τρομάζει να μην νιώθω, να μην έχω όρεξη. Να βαριέμαι. Με φοβίζει ο εαυτός μου όταν μένει απαθής.

 

Ποια ήταν η πιο σημαντική πρόκληση που συνάντησες και πώς την αντιμετώπισες;

Πριν από δύο χρόνια, ανεβάζαμε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου την παράσταση «Προμηθέας Δεσμώτης» σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου. Κάθε φορά που μια παράσταση περνάει από το Φεστιβάλ της Επιδαύρου, το γεγονός είναι αναμφίβολα σημείο αναφοράς για όλους τους συντελεστές. Και από σεβασμό ακόμη προς το συγκεκριμένο θέατρο, θες τα πάντα να είναι τέλεια. Η παράσταση, ο καιρός, τα λόγια σου, η φωνή σου, οι θέσεις που κάθονται οι φίλοι σου, εσύ ο ίδιος. Στην πρόκληση αυτή απάντηση σου δίνει το ίδιο το θέατρο. Ειδικά τα αρχαία θέατρα χαρίζουν μια αίσθηση με τον χρόνο πολύ διαφορετική. «Οταν σκεφτεί κανείς τον χρόνο γίνεται πιο ταπεινός, επιγνώνει την ασημαντότητά του» έλεγε ο Μ. Ροστροπόβιτς. Ενα χορικό, μια τραγωδία, ένας ηθοποιός μες στους αιώνες. Και δεν έχεις ρόλο άλλο απ’ το να μεταφέρεις αυτή την ιδέα που γεννήθηκε στη φαντασία κάποιου πριν από σένα κι αποτυπώθηκε με λέξεις σ’ αυτή τη μικρή στιγμή, πριν πάει στο καλό, να βρει κι αυτή τους αιώνες.

 

Μια φράση, κάτι που σου είπε ένας δάσκαλος και δεν θα ξεχάσεις ποτέ;

Μια μέρα, σ’ ένα απ’ τα μαθήματα κλαρινέτου ήμουν χάλια, πολύ άρρωστη, μετά βίας έφτασα μέχρι το ωδείο κι ήθελα να φύγω απευθείας. «Αν απλώς καταφέρεις και ξεκινήσεις να παίζεις, να δεις που όταν φύγεις από εδώ θα είσαι μια χαρά», μου ’πε ο Στάθης Κιοσόγλου, ο δάσκαλός μου. «Είναι τόσο πολλές οι ώρες που του έχουμε χαρίσει ψάχνοντας μέσα απ’ αυτό την ομορφιά, που όταν το χρειαστούμε θα μας το ανταποδώσει».

 

Μικρή τι ήθελες να γίνεις και τι έλεγαν οι γονείς σου γι’ αυτό;

Ηθελα να ασχοληθώ με τα πάντα! Ειδικά με ό,τι είχε να κάνει με ακροβατικά, χορό, τσίρκο, πιρουέτες, μελανιές ήταν το αγαπημένο μου. Επίσης, το θέατρο μου άρεσε από νεαρή ηλικία, γιατί αγαπούσα πολύ τη λογοτεχνία. Παράλληλα όμως ήθελα να είμαι κτηνίατρος, φιλόλογος, μουσικός, κηπουρός, ηχολήπτρια, συγγραφέας! Συνειδητοποιώ τώρα πως, για κάποιον ανόητο λόγο, ονειρεύομαι ακόμη ότι κάποια στιγμή θα γίνω όλα αυτά! Οι γονείς μου, ευτυχώς, δεν έφερναν ποτέ αντίρρηση σε οτιδήποτε κατά καιρούς μού κατέβαινε στο κεφάλι. Είναι και οι δύο άνθρωποι με έντονη καλλιτεχνική ευαισθησία, οπότε νομίζω, αντίθετα, ενθάρρυναν τις επιλογές μου.

 

Τι σε κάνει να χαμογελάς και τι να ονειρεύεσαι;

Χιλιάδες πράγματα. Οι συναυλίες, οι βόλτες, οι άνθρωποι που αγαπώ, η γάτα μου, οι ταινίες, οι σειρές, οι ιστορίες, τα Κουραφέλκυθρα, τα τραγούδια του Λογό, οι λεπτομέρειες, οι παρέες, οι ερωτευμένοι άνθρωποι κι ακόμη πάρα, πάρα πολλά.

 

 

Ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο στην πόλη και γιατί;

Μένω στην Κυψέλη τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια και σταδιακά ανακαλύπτω τη γοητεία της. Γειτονιά ιστορική, σύνθετη και πολυπολιτισμική, με κρυμμένα μυστικά, κουτσομπολιά παλιών σελέμπριτις και κτίρια διάσημα για την αρχιτεκτονική τους ανάμεσα σε δρόμους οικοδομικού παροξυσμού, είναι ένα κέντρο αντιφάσεων. Η Φωκίωνος Νέγρη, με την «Κόρη σε έκσταση» του γλύπτη Μ. Τόμπρου ή «Το άγαλμα του σκύλου» του Ευ. Βαβούρη -για το οποίο, μάλιστα, χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο πραγματικό κυνηγετικό, με την ικανότητα, απ’ ό,τι φαίνεται, να ποζάρει!-, μοιάζει με πρώην αριστοκράτισσα, που τώρα διηγείται ιστορίες απ’ την παλιά της αίγλη. Προκαλεί μια θλίψη, βέβαια, το γεγονός αυτό, αλλά είναι και απροσμέτρητα γοητευτικό.

 

Ποια νέα Ελληνίδα θαυμάζεις και γιατί;

«Πιστεύω στο θαύμα της ζωής και νιώθω πραγματικά τυχερή για όλα όσα βιώνουμε σ’ αυτό τον μικρό πλανήτη, μα πάνω απ’ όλα πιστεύω στην αγάπη, την αλληλεγγύη και την προσωπική ευθύνη (…) Το μόνο εμπόδιο είναι ο δικός μας εφησυχασμός». Θαυμάζω την Ελένη Αντωνιάδου, που είναι 30 χρόνων, ασχολείται με τη βιοτεχνολογία και την ανάπτυξη των τεχνητών οργάνων ως εναλλακτική θεραπεία για τις μεταμοσχεύσεις.

 

Το πιο τρελό σου όνειρο σε σχέση με τη δουλειά σου, η μεγαλύτερή σου προσδοκία;

Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παίξω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο ή έργο. Στη δουλειά μου μ’ αρέσουν πριν απ’ όλα η ανταλλαγή, η αναζήτηση και ο συγχρωτισμός με την ομάδα. Προσδοκώ μέσα κι έξω απ’ αυτή να συναντώ ανθρώπους περίεργους, συναισθανόμενους και ομαδικούς.