«Στείλε μου να σε δω πώς είσαι τώρα», έγραφε το sms. Ηταν οχτώ το πρωί, το βαγόνι του μετρό φίσκα. Ενα κορίτσι με μακριά, κόκκινα νύχια -που έκαναν θόρυβο πάνω στην οθόνη του κινητού, τικ τικ τικ- βγάζει βαλιτσάκι με μπουκαλάκια και μακιγιάρεται μέσα σε τρελό στριμωξίδι. Στήνεται, ο φακός ψηλά, φλας, αποστολή sms. «Ελαβες τη φωτογραφία; Να την ανεβάσω και φέις ή κοιμούνται όλοι τέτοια ώρα;». Ανατρίχιασα με αυτήν την αγωνία του κοριτσιού να ενημερώσει για την εικόνα του, καλύπτοντας ακόμη και μια ελιά κάτω από το δεξί μάτι.

Της Χρύσας Φωτοπούλου

 

«Χρύσα, ηρέμησε» μου λέει ο Χάρης Αττώνης, ηθοποιός. «Οι selfies είναι ο νέος μας καθρέφτης. Από το πρωί έως το βράδυ αποτυπώνει την αντανάκλασή μας. Συχνά τη βελτιώνει, συχνά την αλλοιώνει. Τονώνει τη δημιουργικότητά μας σε σχέση με την εμφάνισή μας και μας κάνει να νιώθουμε λίγο πιο κοντά στην ιδανική ή τη χιουμοριστική μας εικόνα. Με τη μόνη διαφορά ότι η επιβεβαίωση έρχεται από τα likes των φίλων, αλλά και η αποδοκιμασία από τα σχόλια ή τη σιωπή τους. Οσο περισσότερα τα likes τόσο περισσότερο παραμένουμε οι πιο ωραίοι του βασίλειού μας. Αλλά πάντα θα υπάρχει μια Χιονάτη να μας βάζει τα γυαλιά – ή τη μυτούλα γάτας».

 

 

Η λέξη «selfie» πρωτοεμφανίστηκε το 2005 από τον φωτογράφο Jim Krause. Το 2013 επιλέχθηκε ως λέξη της χρονιάς από το Μεγάλο Λεξικό της Οξφόρδης.  Η ιδιωτική στιγμή της «συνομιλίας» με έναν καθρέφτη, κάποτε, έχει δώσει τη θέση της στο κινητό και την οθόνη του. Θυμίσου τους ερωτευμένους που αυτοφωτογραφήθηκαν για να στείλουν μια φωτογραφία κι ένα γράμμα -το αποτέλεσμα της λήψης το έβλεπε πρώτα αυτός που εμφάνιζε το φιλμ-, αυτοί που αυτοφωτογραφήθηκαν κοιτάζοντας σ’ έναν καθρέφτη, όσοι γύρισαν απ’ την άλλη την ψηφιακή (πια) φωτογραφική κι αν δεν τους έκανε το αποτέλεσμα πατούσαν απλώς το delete. Αλλά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υπήρχαν και το αποτέλεσμα απλώς γέμιζε ένα άλμπουμ, κορνίζες, πορτοφόλια κ.λπ.

Σε ένα πιο επιστημονικό κλίμα με βάζει η απόφοιτη του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δανάη Δάλλα: «Τη #selfimania τη συνδέω με το γεγονός ότι στην εποχή μας το άτομο δυσκολεύεται να εκφράσει τα συναισθήματά του. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι μια δύσκολη διαδικασία και η τεχνολογία αποδεικνύεται ίσως ως μέσο αντικατάστασης της -απαιτητικότερης- διαπροσωπικής επαφής από κοντά. Η χρήση της φωτογραφίας αποτελεί μέσο επικοινωνίας. Είναι μια συμβολική γλώσσα και είναι και η γλώσσα του ασυνείδητου επίσης. Η selfie είναι έτσι ίσως ένας τρόπος για το υποκείμενο να κοινωνήσει τα συναισθήματά του στους γύρω του και να επικοινωνήσει με μικρότερο ψυχολογικό κόστος, μια και μειώνεται δραματικά το άγχος (κοινωνικό) και αυξάνεται ο έλεγχος. Το άτομο έχει περισσότερο έλεγχο στην επικοινωνία, αφού αυτή δεν γίνεται σε πραγματικό χρόνο και δεν είναι άμεσα αλληλεπιδραστική. Ελέγχει τις πληροφορίες που θα δώσει με τη γλώσσα του σώματος και της εικόνας του – έστω και περιορισμένες. Μπορεί να δείχνει χαρούμενο αν θέλει, μπορεί να δείχνει καλά και όμορφο. Ερευνα της Flora Zeqaj Lamçja σε 100 εφήβους σχετικά με τις selfies έχει δείξει ότι η μανία αυτή συνδέεται με την έννοια της αυτοεκτίμησης. Οι έφηβοι ήθελαν να παρουσιάζουν μια καλύτερη εικόνα του εαυτού τους στους άλλους. “Φτιάχνοντας” την εικόνα τους συνεπέστερα, ένιωθαν καλύτερα με τον εαυτό τους».

 

 

Ψάχνω, πέφτω πάνω σε πόζες που έχουν τραβηχτεί σε μπάνια (ο φωτογραφιζόμενος εστιάζει σε κοιλιακούς και μαλλί, αδιαφορώντας για το φόντο της λυπητερής αισθητικής), σε κουζίνες, σε νεκροταφεία, σε νοσοκομεία, εν κινήσει στους δρόμους. Ημίγυμνοι άνθρωποι, γυμνοί άνθρωποι, φιλτραρισμένοι με τον ίδιο τρόπο -λείο δέρμα, φρύδια σχεδιασμένα με μοιρογνωμόνιο, χαρά και πάλι χαρά-, ανυποψίαστα μωρά που κοιμούνται, γονείς -ασθμαίνοντας- ενημερώνουν το κοινό των μέσων, ανά πάσα ώρα, μαθητές μέσα στην τάξη, δάσκαλοι μέσα σε τάξη. Κλείνω τα μάτια μου να φανταστώ την εποχή που απαλλαγμένοι απ’ αυτό το άγχος της επισήμανσης, της ειδωλοφαγίας και του ναρκισσισμού, οι άνθρωποι ζούσαν στις παρυφές μιας ιδιωτικότητας μυστηριώδους και αθέατης. Οταν εκείνος ή εκείνη έγραφαν με στυλό στο πίσω μέρος της φωτογραφίας μία ή δύο λέξεις: «Ερχομαι» ή «Μου λείπεις».

 

Έλενα Μεντζέλου

«Με τις selfies μπαίνουμε σε μονοπάτια πολύ ιδιωτικών και προσωπικών στιγμών απερίσκεπτα»

 

Η ηθοποιός Ελενα Μεντζέλου, με το απαραίτητο χιούμορ, με σκουντάει για να ξυπνήσω: «Selfie, έλα ας βγάλουμε μια selfie. Μα τι κακό κι αυτό που πλέον παντού και πάντα βγάζουμε κι από μία. Μόνοι, ομαδικές, σαν σύγχρονοι πίθηκοι μακάκες – το περιστατικό με τον πίθηκο στην Ινδονησία που έβγαλε μόνος του αρπάζοντας τη φωτογραφική από τον φωτογράφο κι έγινε ολόκληρος ντόρος για τα πνευματικά δικαιώματα. Νομίζω ότι όλος αυτός ο χαμός με τις αυτοαναφορικές φωτογραφίες προήλθε από τη στιγμή που η φωτογραφία γενικά συνδέθηκε αυτόματα με την ανάρτηση και τα social media. Αν θεωρήσουμε ότι είναι ένας πολύ εύκολος τρόπος να βρισκόμαστε κι εμείς μέσα στο πλάνο (δηλαδή, ξεκινώντας με μια μεγάλη πρακτική αλλαγή κι ευκολία), χωρίς να χρειαστεί να μας φωτογραφίσει κάποιος τρίτος, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι αποτυπώνεσαι στον φακό μόνος σου και ότι πέφτει ο τοίχος της ντροπής και της ανάπτυξης οικειότητας, τα πράγματα γίνονται πολύ εύκολα. Γι’ αυτό και με τις selfies μπαίνουμε σε μονοπάτια πολύ ιδιωτικών και προσωπικών στιγμών λίγο απερίσκεπτα και χωρίς να σκεφτόμαστε τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει μια τέτοιου είδους φωτογραφία. Και πλέον μικροί και μεγάλοι έχουμε μπει εντελώς σ’ αυτό το τρυπάκι. Κι εγώ βγάζω μπόλικες, ρε γαμώτο! Και το κακό στην όλη ιστορία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι πέρα από τις ελάχιστες που βγάζουμε για το προσωπικό μας αρχείο, για να είμαστε κι εμείς μέσα στις στιγμές που θέλουμε να κρατούμε στη μνήμη, είναι ότι τις βγάζουμε για να τις μοιραστούμε στους λογαριασμούς μας στα μέσα δικτύωσης. Και κάπως έτσι εκθέτουμε οτιδήποτε προσωπικό σε κοινή θέα, μαζί με τη δόση ματαιοδοξίας μας. Και μιας και αφηνόμαστε σ’ αυτή τη διαδικασία κι έχουμε κι ολόκληρους φακέλους στα κινητά μας με τον τίτλο “selfie”, πάρτε και μια δική μου καλοκαιρινή».

 

 

Εχω ποζάρει κι εγώ κοιτώντας έναν φακό, φροντίζοντας τα πάντα προτού πατήσω το «κλικ». Τις περισσότερες φορές νιώθω ντροπή και λύπη. Που βγήκα από τη θάλασσα και πάλεψα για μια πόζα, που ενημέρωσα τους 3.897 εικονικούς μου φίλους για τη διάθεσή μου, για το πού και με ποιον βρίσκομαι. Το ίδιο αίσθημα νιώθω όταν πέφτω πάνω σε selfie πολιτικών ή όσων έχουν καθιερώσει μια συγκεκριμένη δημόσια εικόνα και τη «σπάνε» με μια γκριμάτσα, μ’ ένα νάζι, μ’ ένα λάγνο χαμόγελο. Μια τέτοια κίνηση από τέτοιους ανθρώπους εμπεριέχει και το αγωνιώδες «ξέρετε, έχω και μια πιο χαλαρή, πιο σοφτ πλευρά».

 

Ηλιάνα Μαυρομάτη

«Η τάση των selfies εκφράζει συμπυκνωμένα την τάση του ατόμου στη σημερινή βάρβαρη κοινωνία να αποκόπτεται ουσιαστικά από τον Άλλον»                                                                                  

 

«Οι «selfies» με τρομάζουν όσο με τρομάζει το κλειδωμένο βλέμμα», μου λέει η  ηθοποιός Ηλιάνα Μαυρομάτη. «Η τάση των «selfie» εκφράζει συμπυκνωμένα την τάση του ατόμου στη σημερινή βάρβαρη κοινωνία να εσωστρέφεται, να αποκόπτεται ουσιαστικά από τον Άλλον, να διακόπτει κάθε πιθανότητα άμεσης σύνδεσης με την έξω πραγματικότητα και να προσπαθεί εναγωνίως να αυτοπροσδιοριστεί μέσω της εικόνας που ορίζει το αλλοτριωμένο φαντασιακό για τον εαυτό του. Ο ναρκισσισμός τονώνεται και κατακλύζει τις στιγμές μας, μας οδηγεί στην ύβρη απέναντι στην ίδια τη ζωή. Ο Άλλος ή το «Άλλο» γίνεται αυτόματα απειλητικό και εχθρικό στο βαθμό που δεν συμβαδίζει με το κλειστό σύστημα στο οποίο έχουμε αυτο-εγκλωβιστεί. Οι «selfies» με τρομάζουν όσο με τρομάζει το κλειδωμένο βλέμμα των ανθρώπων, όταν τους συναντώ στο δρόμο..»

Είναι πολύ γνώριμη πια η εικόνα του αμίλητου ζευγαριού, σε καφετέρια, που ασχολείται με το τάμπλετ ή το κινητό του και «νιώθει ευλογημένο στην τοποθεσία Γλυφάδα». Μέσα στη μούγγα, αλλά παρ’ όλα αυτά ευλογημένοι και οι δύο. Ίσως κανένας τους να μην έχει κοιτάξει κατάματα το «έξω» για όση ώρα πρέπει. Λένε «καλημέρα, κόσμε» και μια κανονική «καλημέρα», με ηχηρά τα φωνήεντα, λένε μόνο όταν το κινητό έχει 0% μπαταρία. Εξω, στην πραγματική ζωή, οι άνθρωποι μπορεί να είναι ερωτεύσιμοι ακόμη κι αν οι μαύροι κύκλοι δεν βγαίνουν ούτε με… μπλάνκο. Εξω, στην πραγματική ζωή, υπάρχουν παιδιά που δεν ένιωσαν ποτέ «ευλογημένα». Αναζήτησέ τα.

 

 

Η δικηγόρος Νάντια Δενελάβα μού εξηγεί ποια είναι η αξία τους: «Ο Οσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι “η μόνη αξία είναι η ομορφιά, γιατί είναι αυταπόδεικτη”. Αυτό νομίζω ενστερνίζονται και οι χρήστες του fb με τις πολλές ή τις λιγότερες selfies ή και τις αμέτρητες σε κάποιες περιπτώσεις. Για μένα, η φωτογραφία, ακόμη κι αυτή, είναι η αποτύπωση μιας στιγμής, ενός συναισθήματος. Ουσιαστικά ένα παιχνίδι, όπως κάθε φωτογραφία. Οταν γίνεται όμως αυτοσκοπός και μέσο επίδειξης, ίσως και ύπαρξης, χάνει τη χαρά του παιχνιδιού σίγουρα. Κι από την άλλη, το πιο σημαντικό, χάνει η ίδια μας η ζωή, γιατί δεν μένει τίποτα μυστικό, τίποτα για μας, τίποτα να ανακαλύψουμε. Είναι όλα φωτογραφίες ενός προσώπου».

 

 

Λίγα γραμμάρια μέτρου και δεν θα μας κατηγορήσει κανείς για έλλειψη κανονικότητας. Λίγη αντίληψη ότι τέτοιου είδους περιττά άγχη και ανάγκες, σε μια εποχή που πάση θυσία πρέπει να προχωράς με τον ρεαλισμό παραμάσχαλα, μόνο σε κομπάρσους μπορεί να μας μετατρέψει. Ναι, είναι απίστευτο, καμιά δεν ψωνίζει στη λαϊκή σταμναγκάθι με ικμάδα μαζορέτας και κανείς δεν έχει τόση… επιθετική χαρά όταν ακινητοποιείται στην Κηφισίας.

 

Νίκος Βαρδακαστάνης

«Το αυτοπορτρέτο φεύγει από τους ειδικούς -ζωγράφους και φωτογράφους- και μαζικοποιείται εξαιτίας των νέων μέσων, έστω και σαν καρικατούρα.»

 

Στρέφομαι σ’ έναν αγαπημένο μου φωτογράφο, τον Νίκο Βαρδακαστάνη: «To self portrait έχει μεγάλη παράδοση τόσο στη ζωγραφική όσο και στη φωτογραφία. Αυτό που αλλάζει σήμερα με τις selfies είναι η δημοκρατοποίηση των self portrait. Το αυτοπορτρέτο φεύγει από τους ειδικούς -ζωγράφους και φωτογράφους- και μαζικοποιείται εξαιτίας των νέων μέσων, έστω και σαν καρικατούρα. Τα νέα μέσα απαιτούν την έκθεση στο αδηφάγο βλέμμα ενός κοινού, που αφενός είναι αόρατο αφετέρου είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Αντί να λοιδορήσουμε, λοιπόν, αυτή την πρακτική, που είναι και το πιο εύκολο, καλούμαστε να σκεφτούμε τις συνθήκες και τις διαδικασίες που οι selfies έχουν πάρει αυτές τις διαστάσεις και ποιος είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να προβληθούν και να εκτεθούν μέσω των social media».

 

Γράφοντας έναν απρόβλεπτο επίλογο, έχω να πω ότι θα ήθελα πολύ μια selfie με τον Σαλβαντόρ Νταλί. Να βρεθώ στην εποχή του ή αυτός στη δική μου. Να ποζάρει δίπλα μου, χωρίς τα γυαλιά του, στην τοποθεσία Φιγέρες, και μετά να μου πει: «Διάγραψέ τη τώρα, κοριτσάκι, κι έλα για μια παρτίδα σκάκι. Αυτά είναι για τους ανέραστους».

 

 

Το ημερολόγιο των selfies

 

Η πρώτη φωτογραφία «selfie» τραβήχτηκε το έτος 1839 από τον φωτογράφο Robert Cornelius.

Το 1913 η Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία της Ρωσίας, σε ηλικία μόλις 13 ετών, και με τη βοήθεια καθρέφτη, τράβηξε τη δική της selfie για να τη στείλει σε φίλη της.

Δεκέμβριος του 1920. Πέντε φωτογράφοι ποζάρουν μαζί στην ταράτσα του στούντιο Marceau στη Νέα Υόρκη…

1950: Ο Κόλιν Πάουελ, στρατηγός και πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, γράφει: «Εβγαζα selfies προτού εμφανιστεί το facebook. Σκάσε από τη ζήλια σου, Ellen!».

12 Νοεμβρίου του 1966: Ο Edwin Aldrin, Αμερικανός αστροναύτης και ο δεύτερος άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι, βγάζει αυτή τη selfie κατά τη διάρκεια της αποστολής Gemini XII.

1966: O George Harisson, μέλος και κιθαρίστας του συγκροτήματος Beatles, είχε πάντα μαζί του μια φωτογραφική μηχανή. Η selfie είναι από το ταξίδι του στην Ινδία, με φακό fisheye για πανοραμικές λήψεις.