Ηλεκτρικός – λιμάνι Πειραιά – Αμοργός. Λεωφορείο 040 – Δημοτικό Θέατρο – συναυλίες («αυτά που έχω αρνηθεί τα συναντώ σε μια στροφή του άδειου δρόμου, στην προσευχή ενός παιδιού, στην αγκαλιά του σκοταδιού και στ’ όνειρό μου») – θάλασσα.

 

Γράφει η: Χρύσα Φωτοπούλου – hfotopoulou@neaselida.news / Φωτογραφίες: Πέλα Σκινιώτη 

Το «φεύγω» σε εξακολουθητικό μέλλοντα. Ο Πειραιάς των φίλων μου. Ολόκληρος ένας ορίζοντας. «Πάμε να μας ψεκάσει η θάλασσα», είπα. «Ωραία τα λες, ξημερώματα», μου είπαν. Ολες οι βόλτες στον Πειραιά είναι η αμέσως προηγούμενη στιγμή από ένα ταξίδι. Τραγούδια. Ο ανεμπόδιστος αέρας. Εκείνη την Παρασκευή θα πηγαίναμε μέχρι Καστέλλα, γιατί, όπως διαπιστώθηκε, ο Πειραιάς πυροδοτεί την αδηφαγία. Και την έλξη. Η αρχή μας ήταν η Τρούμπα. Και ο τερματισμός, ένας δρόμος. Σταματήσαμε και φωτογραφίσαμε το «σ’ αγαπώ». Περίμενε λίγο: η Τρούμπα το όνομά της το οφείλει σε μια μεγάλη τρόμπα νερού που ήταν τοποθετημένη από τη δεκαετία του 1860 σε μια στέρνα στη διασταύρωση της σημερινής Λεωφόρου 2ας Μεραρχίας με την παραλιακή, από την οποία αντλούσαν νερό τα τότε ατμόπλοια του λιμανιού. Στην άλλοτε κακόφημη Τρούμπα άνθρωποι ούτε 30 χρόνων που φωτογραφίζονται κάτω από μια ταμπέλα που αναβοσβήνει. Lola’s Bar. Καλώς ήρθατε…

1. Το Lola’s Bar είναι στη 2ας Μεραρχίας. Οσο πίνουμε το κρασί μας και παρατηρούμε τον χώρο, αισθάνομαι ότι από κάπου κάποιος οπερατέρ θα μας φωνάξει: «Ετοιμοι;». .

«Το Lola’s Bar έχει κερδίσει τους πάντες. Ανθρωποι που γνώρισαν την Τρούμπα μέσα από τα ασπρόμαυρα πλάνα του κινηματογράφου συμβάλλουν στην αναβίωσή της σαν να της το χρωστούν». Ενα all day bar, όχι -φυσικά- μόνο για τους Πειραιώτες. Λόλα – Καρέζη – Κούρκουλος. Ερχεται στο μυαλό μου το φιλί, εκείνο το παθιασμένο φιλί στην ταινία


2. ¿Puedo pedir una bebida? Στο Che ξέρεις εκ των προτέρων ότι αυτό που θα ζήσεις δεν είναι μια εμπειρία που ζεις κάθε μέρα. Μια τεράστια Φρίντα Κάλο, σχεδιασμένη από τον Παύλο Βεντούρη, στον τοίχο όπως μπαίνεις δεξιά. Διαλέγεις ένα από τα χιλιάδες κοκτέιλ, εξημερώνεσαι και δοκιμάζεις μέχρι και αβοκάντο. «Γίνε πιο τολμηρή». «Εντάξει, πράσινο μάνγκο, παπάγια, τσιπς από άγρια μπανάνα, φρέσκο ανάλατο τυρί και σάλτσα από κόκκινο γκρέιπφρουτ». Το κτίριο είναι της δεκαετίας του ’20. Στιλ είναι να ξεχνάς όλα τα στιλ και στο Che ξέρουν πώς να προσφέρουν το αυθεντικό σε δόσεις που δεν εξαντλούνται. Και η φράση «πάμε για ποτό στο Che» μ’ αρέσει πολύ.


3. Στο Belle Amie… πρωτοτυπήσαμε λέγοντας και ξαναλέγοντας «α, τι ωραίος χώρος» και «α, τι ωραίος χώρος». Μέσα ή έξω; Γίνεται ταυτόχρονα και μέσα και έξω;

 Ένας κήπος όλο δροσιά και κόσμο και μια ψευδαίσθηση: από κάποιο πικάπ η φωνή της Καίτης Χωματά, «Το μεγάλο μυστικό μου». Κι εκείνο το κοκτέιλ εκείνο το βράδυ. Όποτε πάω το ζητάω με τη φράση «θέλω εκείνο το κοκτέιλ». Ο Θ. κόλλησε με τις απλίκες.

4. Φίλωνος. Jazz ήχοι από το Troubar. Πάμε. Με χαμηλό φωτισμό, έντονες κόκκινες αποχρώσεις και φωτιστικά-καπελάκια, ο χώρος του Troubar αναβιώνει την ατμόσφαιρα των καμπαρέ που λειτουργούσαν στην περιοχή τη δεκαετία του ’50 και του ’60.

Οσοι πηγαίνουν στη… χρονομηχανή Troubar για ποτό να είναι έτοιμοι για ταξίδια από το χθες στο σήμερα και αντιστρόφως!

 

5. Πριν μπεις μέσα, ρίχνεις μια ματιά στην ταμπέλα: «Το Καφέ των Αισθήσεων». Μπαίνεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Στέκι, αρκετά χρόνια, στην ήσυχη οδό Κουντουριώτου. «Χατζιδάκις», λέω. «Ακριβώς», μου απαντάει ο μπάρμαν. Το επόμενο τέταρτο μιλάμε μόνο για τον Χατζιδάκι. «Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος».


6. Belle Amie. Το νεοκλασικό κτίριο της Πλατείας Κανάρη χτίστηκε γύρω στα 1890. Μέχρι το 1930 ήταν κατοικία, αλλά αγοράστηκε από τον Ιωάννη Μαρτζόπουλο, μεγαλομέτοχο των αγγλικών σιδηροδρόμων και πολύ πλούσιο επιχειρηματία. Το 1940 και για όλη τη διάρκεια της Κατοχής έγινε διοικητήριο των Γερμανών και γύρω στα 1960 ο επιχειρηματίας το δώρισε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Αργότερα, ο κάτω όροφος μετατράπηκε σε αστική χαρτοπαιχτική λέσχη, ενώ παράλληλα στον επάνω λειτουργούσε το Ξενοδοχείο Κρήτη, προσφέροντας στέγη της μιας μέρας σε ναυτικούς και στρατιωτικούς. Το 1969, ένας κοσμογυρισμένος ναυτικός με καταγωγή από τα Ιωάννινα ήρθε και άνοιξε στο ισόγειο το Belle Amie, ένα… ελληνικό bistro. Το όνομα, που προέκυψε από τη γαλλική κουλτούρα της εποχής, σημαίνει «ωραία φίλη», καθώς ο ίδιος είχε αδυναμία στα ωραία κορίτσια. Αργότερα έγινε καφέ, μετά club και τελικά παρέμεινε αναξιοποίητο – μέχρι που ξαναγεννήθηκε με το ίδιο όνομα, προσελκύοντας το ίδιο φανατικούς θαμώνες. «Στου Μπελαμή το ουζερί τα ούζα έπινε σερί το παλληκάρι το χλωμό, το πικραμένο».

7. Πολλοί φίλοι μου, χρόνια τώρα, μου μιλούν για τα Ιμαλάια. Το hot dog των Ιμαλαΐων το χαρακτηρίζουν «θρυλικό». Το πιο καθαρό «βρώμικο», τα πιο σούπερ παιδιά. Ακτή Μουτσοπούλου, ουρά. Ωρα, χάραμα. Αλλά είχα την υπομονή να περιμένω.

8. Μελίνα – Ιλια – Ποτέ την Κυριακή – Χατζιδάκις. Καρέζη – Κόκκινα φανάρια – Λόλα – Ξαρχάκος. Eye liner και ψεύτικη ελιά στο δεξί μάγουλο. Navy μπλουζάκια και ψηλόμεσες φούστες. Εν Πειραιεί. «Οσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι τρελή να με ’χει κάνει, όσο τον Πειραιά». Δυνάμωσέ το, σε παρακαλώ.

9. Το Πασαλιμάνι και το πέρα δώθε του. Με παιδιά, μικρά και μεγάλα, ποδηλάτες, ανθρώπους πιασμένους χέρι χέρι. Κουτάκια με μπίρες. Για την ιστορία: το πέτρινο ρολόι της Ζέας δίπλα από την Πλατεία Κανάρη κατασκευάστηκε το 1940, επί δημαρχίας Μιχάλη Μανούσκου, σαν τμήμα του προϋπολογισμού ύψους 117 εκατ. δραχμών που είχε διαθέσει η κυβέρνηση Μεταξά για την ανάπλαση του κέντρου του Πειραιά. Η περιοχή γύρω από το πέτρινο ρολόι ήταν για πολλές δεκαετίες πασίγνωστος τόπος ραντεβού. Θυμίζω το πλάνο απ’ την εκτυφλωτικά έγχρωμη «Αλίκη στο Ναυτικό» του Σακελλάριου. Γιάννης Μαλούχος – Καίτη Λαμπροπούλου με το πιο πολύχρωμο τόπι του κόσμου. Κάτω από το ρολόι.

10. Στην Αγγελου Μεταξά ήταν, λένε, η «πασαρέλα». Καφετέριες στη σειρά, καφές συνεχής και υφασματοσκόπηση. Οσο η πασαρέλα ήταν φίσκα τόσο οι θαμώνες διαρκείας δυνάμωναν την ένταση.