Περίπου εννέα μήνες πριν από την προσεχή 28η Αυγούστου, που αποτελεί ημερομηνία-ορόσημο για την έξοδο από την εποχή των μνημονίων, το εγχώριο πολιτικό σύστημα δεν έχει απαντήσει ακόμα ολοκληρωμένα για τα αίτια και τις πολιτικές ευθύνες που οδήγησαν τη χώρα στην τυπική χρεοκοπία του 2010. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ (Δημοκρατική Συμπαράταξη) περιστρέφουν την πολιτική αντιπαράθεση γύρω από θέματα που δεν αφορούν στην ατζέντα του πώς φτάσαμε στην κρίση και πώς θα εξέλθουμε συντεταγμένα απ’ αυτή και αποφεύγουν, ακόμα και σήμερα, να διατυπώσουν έστω και στοιχειώδη αυτοκριτική.

Του Φοίβου Κλαυδιανού

Η «Νέα Σελίδα» φέρνει σήμερα στο φως της δημοσιότητας, στον απόηχο της συζήτησης για τα Paradise Papers, στοιχεία που αποκαλύπτουν τι πραγματικά έχει συμβεί στη χώρα τα προηγούμενα χρόνια και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την πείσμονα προσπάθεια να συγκαλυφθούν οι ευθύνες της πολιτικής και οικονομικής ελίτ για τη φαραωνικών διαστάσεων φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή που συντελέστηκε και να αποδοθούν είτε στις «φυσικές διεργασίες» του καπιταλισμού είτε στο «ηθικό δικαίωμα» (κατά τη γνωστή ρήση του αντιπροέδρου της ΝΔ Αδωνι Γεωργιάδη) όσων απέκρυψαν εισοδήματα ή τα κατηύθυναν σε υπεράκτιους «παραδείσους».

Την προηγούμενη εβδομάδα το Β΄Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάσισε ότι, πέραν της πενταετίας, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρείται νέο ή συμπληρωματικό ώστε να δικαιολογείται φορολογικός έλεγχος. Η απόφαση αυτή -παρότι τυπικά ορθή, αφού εμπίπτει στους κανόνες περί «ασφάλειας δικαίου»- ήρθε να προστεθεί σε παλαιότερη της ολομέλειας του Συμβουλίου τον περασμένο Ιούνιο, ότι το όριο για την παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι η πενταετία και οι συνεχείς παρατάσεις είναι αντισυνταγματικές. Με απλά λόγια, η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ ακύρωσε κάθε δυνατότητα παράκαμψης της απόφασης του Ιουνίου, απαγορεύοντας να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία όσα δεδομένα είχαν στα χέρια τους οι φορολογικές Αρχές, αλλά δεν είχαν χρησιμοποιηθεί.

Αν και το θέμα ελάχιστα απασχόλησε τα ΜΜΕ, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά σε κάτι πάρα πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι μπορεί να δείχνει με μια πρώτη ματιά. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της «Νέας Σελίδας» (τις οποίες γνωρίζουν πολιτικά και υπηρεσιακά στελέχη του οικονομικού επιτελείου), το ΣτΕ μπλόκαρε με τον τρόπο αυτό τον έλεγχο υποθέσεων φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής ύψους 550 δισ. ευρώ!

Παρά το γεγονός ότι το ποσό είναι τόσο μεγάλο που φαντάζει εξωπραγματικό, αφού ισοδυναμεί με περίπου δύο φορές το δημόσιο χρέος, είναι απολύτως ακριβές και δεν προκύπτει από πρόχειρες εκτιμήσεις. Προκύπτει από πλήρως διασταυρωμένα στοιχεία των αρμόδιων υπηρεσιών, τα οποία περιλαμβάνονται σε 65 cd που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής έρευνας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με τη συνδρομή της Τράπεζας της Ελλάδος και των συστημικών τραπεζών. Σημειωτέον δε ότι κατά την ίδια περίοδο το άθροισμα του ΑΕΠ ήταν 2,65 τρισ. ευρώ, γεγονός που επιβεβαιώνει τα στοιχεία που φέρουν το ύψος της παραοικονομίας να ανέρχεται περίπου στο 20%-30% ετησίως, με βάση γνωστές, επίσημες μελέτες.

Συγκεκριμένα, τα 550 δισ. ευρώ είναι το αποτέλεσμα της σύγκρισης ανάμεσα στις καταθέσεις των πολιτών και στα εισοδήματα που είχαν δηλώσει στην εφορία (κατά τα έτη 2002-2014) από ένα νέο λογισμικό σύστημα, το οποίο ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2017 και έχει τη δυνατότητα να κάνει με αυτοματοποιημένο τρόπο τέτοιες συσχετίσεις σε ελάχιστες ώρες, ενώ μέχρι πρόσφατα για κάθε υπόθεση απαιτούνταν πολλοί μήνες εργασίας από εξειδικευμένους υπαλλήλους. Υπό κανονικές συνθήκες και εάν δεν είχαν σημειωθεί αβελτηρίες, σκόπιμες καθυστερήσεις ή ακόμα και προσπάθεια συγκάλυψης, το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να είχε εισπράξει πολλές δεκάδες δισ. ευρώ από τη φορολόγηση αυτών των «γκρίζων» εισοδημάτων.

Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Το 2011 το κράτος ξεκινά να ζητά από τις τράπεζες στοιχεία για τις καταθέσεις των πολιτών, τα οποία όμως θα καταχωνιαστούν σε συρτάρια για χρόνια. Το πρώτο εξάμηνο του 2015 ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Παναγιώτης Δάνης, εκκινεί τις διαδικασίες αξιοποίησής τους, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο λόγω του μεγάλου όγκου και του χαμηλού επιπέδου επεξεργασίας τους. Ενδεικτικό είναι ότι καταλαμβάνουν ψηφιακό όγκο 65 cd και περιέχουν 1.270.000 ΑΦΜ που παρουσιάζουν ύποπτες κινήσεις σε αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς για την περίοδο 2002-2014.

Το τραπεζικό απόρρητο

Βεβαίως, το κρίσιμο διάστημα είναι από το 2002 έως το 2010, όχι μόνο γιατί η χώρα διένυε τότε την εποχή των «παχιών αγελάδων», αλλά και γιατί ίσχυε το τραπεζικό απόρρητο. Οταν αυτό «έσπασε», και υπό την αβεβαιότητα που καλλιέργησαν κύκλοι εντός και εκτός Ελλάδας ως προς την ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων, η συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων καταθετών απέσυρε τα χρήματά της στο εξωτερικό και το μαύρο χρήμα σταμάτησε να εμπιστεύεται το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Το βασικό πρόβλημα που προέκυψε ήταν η ασάφεια αναφορικά με το ύψος των αρχικών-πρωτογενών καταθέσεων, καθώς τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει οι τράπεζες περιείχαν και τις μεταφορές χρημάτων από λογαριασμό σε λογαριασμό. Ζητήθηκε, λοιπόν, από τις τράπεζες να προσκομίσουν νέα στοιχεία. Επειτα χρειάστηκε να αποσαφηνιστεί ποιοι καταθέτες ενεργούσαν για λογαριασμό άλλων προσώπων, όπως κάνουν πληρεξούσιοι δικηγόροι και λογιστές – κάτι που εύκολα διαπιστώνει κανείς από μια μελέτη των καταγραφών στις λίστες Λαγκάρντ, Μπόργιανς κ.λπ. αλλά και στα διαβόητα Panama και Paradise Papers. Επίσης, έπρεπε να διαχωριστούν τα χρήματα που είχαν προκύψει από παραγωγικές διαδικασίες στο εξωτερικό, όπως αυτά του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

Μολονότι οι τράπεζες αποδείχτηκαν αρκετά συνεργάσιμες, δεν έλειψαν προσκόμματα στη διαδικασία από άλλες πλευρές, ακόμα και από στελέχη των θεσμών (!). Μάλιστα, οι πληροφορίες λένε ότι απαιτήθηκε παρέμβαση σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο προκειμένου να ξεπεραστεί η συγκεκριμένη εμπλοκή.

Υστερα από διάφορα τέτοια επεισόδια τεχνικών ή άλλου είδους προβλημάτων, τον Μάρτιο του 2017 παρουσιάστηκε από τον υπουργό Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο, την υφυπουργό, Κατερίνα Παπανάτσιου, και τον Γιώργο Πιτσιλή, διοικητή της ΑΑΔΕ (η οποία είχε κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση του μηχανισμού), ένα νέο ειδικό λογισμικό σύστημα που θα μπορούσε να επεξεργάζεται όλες τις παραμέτρους που απαιτούνται και ταυτόχρονα να τις φέρνει σε αντιπαράσταση με τις φορολογικές δηλώσεις. Είχαν μεσολαβήσει η παραδοχή τραπεζικών στελεχών ότι «για πρώτη φορά ξέραμε τι μας ζητάνε» και ο εντυπωσιασμός εξειδικευμένων στελεχών των θεσμών για την ποιότητα της βάσης δεδομένων και του λογισμικού που είχαν δημιουργηθεί.

Τι χάνει το ελληνικό Δημόσιο

Στο απυρόβλητο τα «μαμούθ» της φοροαποφυγής

Όταν το πρόγραμμα «τρέχει» για πρώτη φορά, η πραγματική απόκλιση μεταξύ των πρωτογενών καταθέσεων και των δηλωθέντων εισοδημάτων ξεπερνά κάθε πρόβλεψη. Για λόγους που παραμένουν άγνωστοι, επιλέγεται να μην ανακοινωθεί, καθώς εκκρεμούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ την ίδια ώρα εξελίσσεται σκληρή πολιτική αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (με… επισπεύδουσα τη ΝΔ) για το θέμα της Δικαιοσύνης. Αντί του πραγματικού ποσού των 550 δισ., γίνονται αρχικά «μετριοπαθείς» διαρροές για κάτι λίγο παραπάνω από 100 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα, ωστόσο, με ασφαλείς πληροφορίες της «Νέας Σελίδας», παραπάνω από το μισό των 550 δισ. ευρώ αφορά σε μόλις λίγες δεκάδες χιλιάδες φοροφυγάδες και το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσό αφορά σε 200.000 με 300.000 καταθέτες, γεγονός που καταρρίπτει το επιχείρημα της «φοροδιαφυγής της τυρόπιτας» και δείχνει καθαρά μια οικονομική ελίτ που δρούσε στο απυρόβλητο.

Με αυτά τα δεδομένα, και για να μην υπάρξει γραφειοκρατία με απέραντο αριθμό μικρών υποθέσεων, η κυβέρνηση προσανατολιζόταν στο να θέσει ένα όριο ύψους φοροδιαφυγής γύρω στα 500.000 ευρώ η στο 1 εκατ. ευρώ και από εκεί και πάνω να ξεκινήσουν ο πραγματικός έλεγχος και ο καταλογισμός προστίμων. Παράλληλα, και παρά την εκκρεμότητα των δικαστικών αποφάσεων, προχωρούσε μέσα στο 2017 το πρόγραμμα εθελοντικής αποκάλυψης κεφαλαίων, με βάση το οποίο δηλώθηκαν σε ελάχιστους μήνες αδήλωτα εισοδήματα 6 δισ., που οδήγησαν σε βεβαιώσεις φόρων 570 εκατ. ευρώ. Από αυτά έχουν ήδη εισπραχθεί 230 εκατ. ευρώ και τα υπόλοιπα έχουν μπει σε διακανονισμούς. Η πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τις εκτιμήσεις επιτυχία του προγράμματος εθελοντικής αποκάλυψης επιβεβαίωσε το βάθος της υπόθεσης.

Απώλεια 10-50 δισ.

Βάσει όλων των παραπάνω, αρμόδια στελέχη του φορολογικού μηχανισμού δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία ότι τα 550 δισ. ευρώ αποδεδειγμένης φοροδιαφυγής θα οδηγούσαν σήμερα, εφόσον καθίστατο εφικτό να ολοκληρωθεί η διαδικασία ελέγχων (η οποία ανακόπτεται μετά την απόφαση του ΣτΕ), σε έσοδα τουλάχιστον 10 δισ. ευρώ, τα οποία δεν αποκλείεται να έφταναν τα 50 δισ. ευρώ. Κι αυτό διότι πολλές από τις εταιρικές οντότητες εκείνης της περιόδου δεν υφίστανται σήμερα.

Όπως επισημαίνουν, ωστόσο, στελέχη του ελεγκτικού μηχανισμού, εάν τα εισοδήματα αυτά φορολογούνταν κανονικά την περίοδο που παρήχθησαν (από το 2002 μέχρι το 2010), το Δημόσιο θα μπορούσε να είχε εισπράξει περί τα 180 δισ. ευρώ, αφού τα περισσότερα από αυτά θα ενέπιπταν στους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, καθώς προέρχονται από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες με μεγάλες περιουσίες και κέρδη. Ποσό, δηλαδή, που επί της ουσίας θα ακύρωνε την ίδια την ανάγκη υπαγωγής της χώρας στο πρώτο μνημόνιο, αφού θα διαμόρφωνε εντελώς διαφορετικά τον «χάρτη» της ελληνικής οικονομίας. Τα στοιχεία αυτά, εάν συνδυαστούν με την τεράστια φυγή κεφαλαίων της οικονομικής ελίτ του τόπου από το 2010 μέχρι το 2012 -αλλά και αργότερα- και με τα ονόματα όσων «φιγουράρουν» στις διάφορες λίστες, απαντούν στο ερώτημα «πώς και με ποιων την ευθύνη χρεοκόπησε η χώρα».

Η «μεταβλητή» του ΣτΕ

Κι ενώ αποτελεί πάγιο αίτημα του ελληνικού λαού να πληρώσουν αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση, οι αποφάσεις των δικαστών μπλόκαραν τις διαδικασίες στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Αναμφίβολα, η αιτιολόγηση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι νομικά ορθή, αφού επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν το κράτος να φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με φορολογικές υποθέσεις δεκαετίας, για τις οποίες θα πρέπει να αποδείξουν την αθωότητά τους. Ωστόσο, το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια αυτού που ορίζεται από το Σύνταγμα ως δημόσιο συμφέρον, καθώς, όπως αναφέρουν αρκετοί, η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί στις εξαιρετικά ιδιάζουσες και έκτακτες συνθήκες που δημιούργησαν η κρίση και τα μνημόνια.

Ακόμα περισσότερο δε όταν νομοταγείς πολίτες χαμηλών εισοδημάτων αλλά και της μεσαίας τάξης καλούνται σήμερα να πληρώσουν το «μάρμαρο» της υπερφορολόγησης, όταν πολλοί άλλοι δεν πλήρωσαν όσα έπρεπε να πληρώσουν τα προηγούμενα χρόνια, μετερχόμενοι νόμιμες, νομιμοφανείς ή ακόμα και παράνομες μεθόδους και σήμερα βρίσκονται στο απυρόβλητο με ασφαλή και μη φορολογημένα εισοδήματα στο εξωτερικό. Επιπλέον, εύλογα γεννάται ο προβληματισμός για το τι σήμα εκπέμπει αυτή η απόφαση ως προς τα επόμενα βήματα της χώρας στον τομέα της πάταξης της φοροδιαφυγής.

Από την άλλη, η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να αξιοποιήσει τον ελάχιστο χώρο που έχει πλέον για να ελιχθεί σε ένα εξαιρετικά δύσκολο θέμα, γι’ αυτό και εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα τον κατάλογο με τις 42 χώρες-φορολογικούς παραδείσους, βάσει του οποίου θα γίνονται πιο σκληροί έλεγχοι σε όσους φορολογούμενους έχουν οικονομικές σχέσεις μαζί τους.

Παράλληλα, όπως έγινε γνωστό, προωθεί την αναθεώρηση του άρθρου 51 του Ν. 3691/2008 περί ευθύνης νομικών προσώπων ώστε να μην απαιτείται η έκδοση ΚΥΑ και αυξάνει τα πρόστιμα έως και του ποσού των 10 εκατ. ευρώ, ανοίγοντας τη «βεντάλια» των υπό διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων πέραν της δωροδοκίας, δωροληψίας και του «ξεπλύματος» βρώμικου χρήματος. Σημειώνεται δε ότι παραμένει η δυνατότητα να διωχθούν δικαστικά, ως προς το σκέλος των ποινικών ευθυνών, οι υποθέσεις που έχουν παραγραφεί φορολογικά.