Πυρ ομαδόν εξαπέλυσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση κατά την πρώτη ημέρα συζήτησης στην αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή επί του κρατικού Προϋπολογισμού για το 2018, ενώ ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε λόγο για συνέχεια των προηγούμενων επιτυχημένων προϋπολογισμών της κυβέρνησης.

Σε αντιδιαστολή, ο γενικός εισηγητής της ΝΔ, καταλόγισε πλήρη αποτυχία όλων των στόχων το 2017 και μίλησε για μη αναπτυξιακό προϋπολογισμό το 2018, ενώ οι γενικοί εισηγητές των άλλων κομμάτων αμφισβήτησαν, μεταξύ άλλων, ως «αισιόδοξες» τις προβλέψεις του και ιδίως την κυβερνητική εκτίμηση περί εξόδου από τα Μνημόνια.

«Μιλάμε για έναν Προϋπολογισμό, ο οποίος δεν περιλαμβάνει νέα μέτρα» τόνισε ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Βέττας, ο οποίος απαντώντας σε όσους μιλούν για το αντίθετο είπε πως έχουν νομοθετηθεί μέτρα, τα οποία θα αρχίσουν να υλοποιούνται από την 1/1/2018 και δεν θα υπάρξει κατά τη διάρκεια του έτους νομοθέτηση νέων. Ο κ. Βέττας χαρακτήρισε τον Προϋπολογισμό «συνέχεια τριών επιτυχημένων στην εκτέλεσή τους, προϋπολογισμών, οι οποίοι επέτρεψαν όχι μόνο να μπουν τα δημόσια οικονομικά της χώρας σε μια σειρά , όχι μόνο να δημιουργήσουμε ένα αρκετά καλό κοινωνικό δείκτη προστασίας αλλά και να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία της Οικονομίας». Ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε ακόμα πως ο Προϋπολογισμός βρίσκει ένα δημοσιονομικό χώρο για να προσθέσει στις νέες δαπάνες, επιπλέον, 300 εκατομμύρια για την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας.

Αναφερόμενος στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στις προθέσεις του κ. Μητσοτάκη να εφαρμόσει ένα πακέτο μείωσης φόρων ύψους 4,2 δισ., εκτίμησε ότι αυτό κρύβει δύο πράγματα: ή έχουν σκοπό να προτείνουν στη χώρα ένα νέο πρόγραμμα προσαρμογής, ένα νέο Μνημόνιο ή πρέπει να μας αποδείξουν, να μας δείξουν και να μας καταθέσουν μία ισόποση μείωση δαπανών.

Τέλος ο κ. Βέττας είπε πως οι στόχοι της κυβέρνησης για τον προϋπολογισμό του 2018, αναφέρονται στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην Οικονομία, στην μη δημιουργία ελλειμμάτων, στον δανεισμό της χώρας από τις αγορές, την εξάλειψη της αβεβαιότητας και την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων.