«Αυτό που έκανα δεν άρεσε γενικά στον κόσμο. Άρεσε σε μια μερίδα ανθρώπων, σε ένα μικρό κοινό. Δεν θέλω να το πω «φανατικό», δεν μου αρέσει αυτή η λέξη. Είναι άνθρωποι που δεν ξεχνάνε και εκτιμούν. Και εγώ τους εκτιμώ βαθιά και τους συγχαίρω για το καλό τους γούστο».

Τα λόγια αυτά, ειπωμένα από την ίδια την Αρλέτα σε μια από τις τελευταίες και σπάνιες συνεντεύξεις της ζωής της, περιγράφουν στο έπακρο την μουσική της πορεία. Η Αρλέτα ήταν αυτό ακριβώς: μια τραγουδοποιός που δεν επιχείρησε ποτέ να κάνει καριέρα. Για την ακρίβεια, εκνευριζόταν και μόνο στο άκουσμα της λέξης «καριέρα». Τελικά, όλη της η μουσική πορεία, όλη της η φήμη βασίστηκε ακριβώς σε αυτή την εσωστρέφεια. Το μουσικό της ταλέντο αναδείχθηκε αυθόρμητα, χωρίς προωθήσεις από τα media, χωρίς βιντεοκλίπ, χωρίς εξώφυλλα, χωρίς βαρυσήμαντες συνεντεύξεις. Το κοινό της συσπειρώθηκε γύρω από την χαμηλόφωνη παρουσία της στην ελληνική μουσική σκηνή.

Το «αντίο» της δεν ήταν εύκολο, ήταν επώδυνο. Τα προβλήματα υγείας που την ταλαιπωρούσαν κρατούσαν από τον χειμώνα του 2008. Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής της δεν ήταν ευχάριστα. Αλλά ο τρόπος που είχε μάθει να διαχειρίζεται την δημοσιότητα δεν θα μπορούσε να της φανεί πιο χρήσιμος κατά την διάρκεια αυτών των χρόνων. Η Αρλέτα έφυγε από την ζωή ακριβώς όπως έζησε. Χωρίς πολλές φανφάρες, μακριά από τα πολύ φανταχτερά φώτα της δημοσιότητας. Αν μπορούσε να δει την φασαρία που προκάλεσε ο θάνατός της, τα αποθεωτικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν για αυτή και τα συγκινητικά λόγια που ακούστηκαν από θαυμαστές και συναδέλφους της, μάλλον θα εκνευριζόταν. Και αυτός ακριβώς ο εκνευρισμός της μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις είναι που στην πραγματικότητα, έστω και εν αγνοία της, δομούσε τον ιδιαίτερο μύθο της.

Ήταν λοιπόν χειμώνας του 2008 όταν τα πράγματα έγιναν δύσκολα για την Αρλέτα. Προετοιμαζόταν για μια ακόμα από τις πολλές επιστροφές της (οι οποίες πάντα ακολουθούσαν τις αναγκαίες για την ψυχοσύνθεσή της περιόδους απόσυρσης) με μια συναυλία στον Βόλο. Η Αρλέτα λιποθύμησε λίγο πριν την συναυλία -η οποία προφανώς ακυρώθηκε- και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε πως η λιποθυμία της οφειλόταν σε εγκεφαλική αιμορραγία. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο του Βόλου, η κατάστασή της χαρακτηρίστηκε σοβαρή. Η Αρλέτα ανάρρωσε αλλά η ζωή της δεν ήταν ποτέ ίδια.

«Είμαι άνθρωπος αργών ρυθμών. Αλλά απολαμβάνω πολύ να περπατάω. Μου λείπει να περπατάω. Το περπάτημα είναι ένα από τα πράγματα που δεν μπορώ να κάνω εξαιτίας της περιπέτειας της υγείας μου και είναι κάτι που μου έχει στοιχήσει πολύ», έλεγε λίγους μήνες μετά σε μια συνέντευξή της στην ΕΡΤ. Προσπάθησε πολύ αλλά δεν κατάφερε να επανέλθει ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Αρλέτα έκανε πολύ λίγες, επιλεκτικές δημόσιες εμφανίσεις. Έδωσε κάποιες συναυλίες, εμφανίστηκε κανα-δυο φορές σε μουσικές εκπομπές στην τηλεόραση, είχε μια ανατριχιαστική συμμετοχή σε ένα δίσκο του Δεληβοριά: το τελευταίο τραγούδι που ερμήνευσε προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί πολλαπλές ανατριχίλες.

Η Αρλέτα ήταν πάντα μια performer πολύ «εσωτερική». Έμοιαζε να παίζει κατά κύριο λόγο για την ίδια και λιγότερο για εκείνους που (τύχαινε να) την παρακολουθούν από την μεριά του κοινού. Αλλά στις τελευταίες της εμφανίσεις αυτό έμοιαζε να διαφοροποιείται λίγο. Έμοιαζε να απολαμβάνει περισσότερο την αλληλεπίδρασή της με το κοινό, να την «δουλεύει». Και ας μην το παραδεχόταν η ίδια. Άλλωστε ήταν πολύ πεισματάρα για να παραδεχθεί στα γεράματα ότι της αρέσει να την θαυμάζουν.

Οι εμφανίσεις της Αρλέτας μετά το περιστατικό του 2008 δεν ήταν οι πιο ακμαίες εμφανίσεις της. Ήταν όμως οι πιο ιδιαίτερες. Οι πιο ισορροπημένες. Οι πιο προσωπικές και με έναν παράδοξο τρόπο οι πιο εξώστρεφες. Όλες οι αντίφασεις που έκαναν την Αρλέτα μια ιστορική φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού, αυτή η έλλειψη προσπάθειας ως προς αυτό που κάνει, αυτή η έλλειψη προσπάθειας που στην πραγματικότητα έκανε σημαντικό αυτό που κάνει, ήταν παρούσες με τον καλύτερο τρόπο.

Τους τελευταίους μήνες η Αρλέτα τους πέρασε στο νοσοκομείο. Οι λιγοστοί της φίλοι, για τους οποίους περηφανευόταν πως είναι «λίγοι και διακριτικοί», ήξεραν πως η Αρλέτα δεν θα μείνει για πολύ ανάμεσά μας. Το εγκεφαλικό επεισόδιο και το έμφραγμα που έπαθε παράλληλα ήταν πολύ βαριά για να τα αντέξει η καταπονεμένη υγεία της. Ο θάνατός της πυροδότησε χιλιάδες αναμνήσεις στους θαυμαστές της. Άλλωστε τα τραγούδια της ήταν φτιαγμένα για να υπηρετούν αναμνήσεις: στο μυαλό άπειρων ανθρώπων, η Αρλέτα τραγούδησε με τον πιο αυθόρμητο τρόπο το σάουντρακ πολλών λυπητερών ή χαρούμενων στιγμών της ζωής τους.

Το μεσημέρι της Πέμπτης συγγενείς και φίλοι θα πουν το «τελευταίο αντίο» στην Αρλέτα. Η κηδεία της θα πραγματοποιηθεί στις 12 το μεσημέρι, στον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων, στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών. Είναι δεδομένο πως η μουσικής παρουσία της θα διεκδικείται μετά θάνατον από παραπάνω από μια πτέρυγες του ελληνικού τραγουδιού. Το έντεχνο λαϊκό από την μία και οι underground μουσικές σκηνές του σνομπισμού απέναντι στην κυρίαρχη μουσική σκηνή από την άλλη θα διεκδικούν για τον εαυτό τους την Αρλέτα. Η ίδια δεν θα είναι πια εδώ για να πάρει θέση αλλά είναι δεδομένο πως αν μπορούσε μάλλον θα γελούσε χλευαστικά, θα άραζε στο διαμερισμά της στην Κυψέλη, θα έπιανε την κιθάρα της και μακριά από ανούσιες αντιπαραθέσεις θα πρόβαρε κάποια παλιά τραγούδια της ή ίσως κάποια καινούρια που ποτέ δεν είδαν το φως της δημοσιότητας (και πλέον ειναι δεδομένο πως δεν θα το δουν και ποτέ).

Γιατί όσο μπερδεμένο και αν φαντάζει, για την ίδια ήταν τόσο αυτονόητο όσο το ότι η Γη γυρίζει: η Αρλέτα δεν ήταν λαϊκή αλλά δεν ήταν και εστέτ, δεν ήταν έντεχνη αλλά δεν ήταν και ροκ, η Αρλέτα δεν άνηκε πουθενά αλλά απείχε πολύ από το να χαρακτηριστεί ουδέτερη, δεν γούσταρε να κάνει καριέρα και έκανε καριέρα ακριβώς γι’ αυτό (και παρά αυτόν…) τον λόγο. Μόνο ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο σχετικά με αυτήν: ήταν απλά η Αρλέτα. Ήταν απλά κάποια που της αρέσει να παίζει κιθάρα, να γράφει και να ερμηνεύει τραγούδια. Και αν άρεσε και σε άλλους είχε καλώς. Αν όχι, ποιος νοιάζεται;