ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ
rouvalis@neaselida.news

Είναι δυνατόν μια μουσική παρτιτούρα να προτείνει σε απαιτητικούς και μη ακροατές μιαν άλλη, διαφορετική από τα συνηθισμένα συνειδητοποίηση του εσωτερικού εαυτού μας; Οι μουσικόφιλοι που γνωρίζουν την ηχοχρωματική ταυτότητα του Γάλλου συνθέτη Γιαν Τιρσέν (Yann Tiersen) θ’ απαντήσουν θετικά – έως και υπερθετικά. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο 47χρονος δημιουργός έχει κατακτήσει διεθνώς μια ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη μουσική σκηνή με γλυκόπικρες μελωδίες, άλλοτε αχνές και ήπιες κι άλλοτε γεμάτες ένταση και ενεργητικότητα – όπως ακριβώς είναι η πραγματικότητα που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως Ευρωπαίος και ως πολίτης του κόσμου.

Συνήθως τα τραγούδια του δεν έχουν στίχους. Οι συνθέσεις του είναι μινιμαλιστικές, όσο γίνεται πιο λιτές, με νότες από ακορντεόν ή πιάνο, προδίδοντας τη διάθεση να τονίσουν τη σημασία της σιωπής σε ένα πολύβουο ανθρώπινο τοπίο. Είναι μια
καλλιτεχνική άποψη που βρίσκει ευήκοτα ώτα, αγγίζοντας διαφορετικές ηλικίες – πολύ νέους αλλά και ώριμους, γνώστες της καλής μουσικής. Η αίσθηση που μένει ακούγοντας κάποιον από τους δώδεκα δίσκους του, συν τα σάουντρακ τριών ταινιών (εκτός της επιδραστικής «Αμελί» υπέγραψε τη μουσική για το «Goodbye Lenin» και το «Talarby»), είναι συγκεκριμένη, με τη δική του σφραγίδα ορισμένη. Κι αυτό δεν είναι τόσο σύνηθες πια.

Η φετινή του ζωντανή εμφάνιση στο Ηρώδειο, την Πέμπτη 13 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, αποτελεί ένα κορυφαίο συναυλιακό γεγονός για τούτο το καλοκαίρι. Με δεδομένο το ευρύ ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού που τον γνώρισε καταρχάς μέσα από τη μουσική επένδυση στην περίφημη ταινία «Αμελί» του Ζαν-Πιερ Ζενέ (2001) όσο και χάρη στις κατοπινές συναυλίες του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ο Τιρσέν φαίνεται ότι χρειαζόταν τουλάχιστον μία ακόμη προγραμματισμένη βραδιά. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν πολύ γρήγορα. Η αναμονή για μια επόμενη εμφάνισή του είναι επιβεβλημένη.

Ο Γιαν Τιρσέν ακολουθείται από ένα πολυπληθές κοινό σε Ευρώπη και Αμερική, ενώ, αναλόγως, οι Ελληνες φίλοι της μουσικής του αναμένουν την κάθε φορά έλευσή του για ν’ απολαύσουν τις τόσο προσωπικές μελωδίες του. Αυτή τη φορά, την ερχόμενη Πέμπτη, για πρώτη φορά στο Ηρώδειο, ο Γάλλος συνθέτης θα εμφανιστεί στο κοινό καταθέτοντας ένα ευρύ φάσμα της δουλειάς του, γνώριμης τόσο μέσα από την πλούσια δισκογραφία του όσο και από τον ήχο-σήμα κατατεθέν της μουσικής για την ταινία του Ζαν-Πιερ Ζενέ «Αμελί», που τον έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο.

Βρετόνος στην καταγωγή, με σπουδές κλασικής μουσικής και με σύγχρονη αντίληψη στη διαχείριση διαφορετικών μουσικών παραδόσεων και ειδών, έχει δημιουργήσει ένα ξεχωριστό φάσμα στην καλλιτεχνική ταυτότητά του. Φαίνεται ανατρεπτικός όταν υποστηρίζει ότι «η μουσική δεν είναι γλώσσα. Είναι κάτι πρωτόλειο, ενστικτώδες, που δεν απαιτεί απαραιτήτως τη σκέψη». Ακούγοντας, ωστόσο, τους ήχους του -ανάμεικτους από πιάνο, ακορντεόν, ξυλόφωνο, βιολί- αντιλαμβάνεται ο ακροατής μια «αφήγηση» ρυθμοτονική, ένα μελωδικό μουρμουρητό, επανερχόμενο και ομιλητικό, για να περιγράψει μοτίβα της ανθρώπινης συνθήκης• από τη μια η μοναχικότητα, το αίσθημα της απώλειας ή της απουσίας κι από την άλλη η ανάταση και η κατάφαση, το όνειρο, η ευεξία, το παραμύθι. Θα μπορούσε να θεωρηθεί απόγονος του Νίνο Ρότα, ένας συνεχιστής του, του οποίου η αισθαντικότητα επιβάλλεται καθολικά σε κάθε άκουσμα…

Από το 2001, όταν οι ήχοι αυτοί του Τιρσέν πέρασαν στη σινεφίλ συνείδηση ως αναπόσπαστο στοιχείο στη δόμηση της περσόνας της Αμελί, ακολούθησαν οι μουσικές για δύο ακόμη ταινίες, το «Goodbye Lenin» και το «Tabarly». Αυτό είχε αποτέλεσμα να θεωρηθεί «κινηματογραφικός συνθέτης» – κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε αρκετές φορές σε συνεντεύξεις του. Και όντως στη συνέχεια κυκλοφόρησαν έξι δίσκοι του, με πιο πρόσφατο το άλμπουμ «Eusa», μια ελεγεία στην οικολογική αντίληψη και στον προβληματισμό του σύγχρονου ανθρώπου για την ποιότητα της ζωής του, για το μέλλον των επόμενων γενεών. Δεν κρύβει ότι απεχθάνεται τις μεγάλες πόλεις, την αστική κουλτούρα που συνεπάγεται μιαν απρόσωπη καθημερινότητα. Οπως λέει, «ακούγεται αστείο, ωστόσο φαίνεται πως έχουμε περισσότερη ενέργεια ζώντας στις πόλεις. Ο καθένας μας θεωρεί τον άνθρωπο ως επίκεντρο του κόσμου. Ομως για μένα η φύση είναι η βάση των πραγμάτων. Είναι αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε».

Η παρουσία του στην εύρωστη γαλλική μουσική σκηνή είναι έντονη, όπως γράφουν τα μουσικά περιοδικά. Είναι σαφές, πάντως, ότι κάθε καινούριος δίσκος του καταφέρνει να είναι πρωτότυπος, ν’ αποπνέει μια διαφορετική προσέγγιση του συναισθηματικού σύμπαντός του. Και, βεβαίως, οι φανατικοί ακροατές του θα ήταν αδύνατο να μην αναζητήσουν τις προηγούμενες μουσικές προτάσεις του: ο 47χρονος συνθέτης διαθέτει μεγάλη γκάμα «εργαλείων» στη διάθεσή του, καθώς οι επιδράσεις του είναι πολλές και διαφορετικές – από την ευαισθησία των βαλς φτάνει στις μεσογειακές νότες κι από την παράδοση της μουσικής του δρόμου στην ψυχεδέλεια. Μολονότι η μουσική του θεωρείται κυρίως ορχηστρική, έχει συνεργαστεί με ερμηνευτές κύρους, όπως η Τζέιν Μπίρκιν, η Λιζ Φρέιζερ και ο Στιούαρτ Στέιπλς.

Στην Ελλάδα έχει έρθει επανειλημμένα για συναυλίες: στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο θέατρο Λυκαβηττού, τώρα στο Ηρώδειο. Η τωρινή του εμφάνιση αποτελεί σταθμό στη μεγάλη περιοδεία του. Ακολουθούν εμφανίσεις σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Τα εισιτήρια για το Ηρώδειο εξαντλήθηκαν άμεσα και, δυστυχώς, αρκετοί από τους ακροατές του θα μείνουν ανικανοποίητοι, αφού δεν δόθηκε νέα, επόμενη ημερομηνία για συναυλία (όπως συνέβη πρόσφατα με τις συναυλίες του Λουντοβίκο Εϊνάουντι).

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΤΕΧΝΗ στην εφημερίδα Νέα Σελίδα, στο φύλλο της 16ης Ιουλίου.