Πέντε χρόνια μετά την αριστουργηματική «Αγάπη» του, ο Μίκαελ Χάνεκε επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες με το «Happy end», έχοντας και πάλι τον Ζαν-Λουί Τρεντινιάν στην πρώτη σειρά των πρωταγωνιστών του.

Του Δημήτρη Μπούρα
dbouras@neaselida.news

Ο ρόλος του είναι μικρός, αλλά όχι τιμητικό «πέρασμα» από την ταινία. Στην πιο χαρακτηριστική σκηνή της, ο 87χρονος ηθοποιός θα βγει από ένα κάδρο οικογενειακής ευτυχίας, διευκολύνοντας τον Χάνεκε να φέρει την ιστορία πιο κοντά σε αυτό που δηλώνεται λακωνικά στον τίτλο της. Η πτώση τής κατά τα φαινόμενα ευτυχισμένης μπουρζουαζίας είναι το θέμα που πραγματεύεται ειρωνικά και με ελλειπτικό τρόπο ο Γερμανός σκηνοθέτης, ο οποίος καλλιτεχνικά έχει πολιτογραφηθεί Αυστριακός.

Δίπλα στον σπουδαίο Γάλλο ηθοποιό εμφανίζονται η Ιζαμπέλ Ιπέρ, ο Ματιέ Κασοβίτς, ο Φρανζ Ρογκόφσκι και η μικρή Φαντίν Αρντουάν. Αυτή και ο Τρεντινιάν έχουν τους πιο κομβικούς ρόλους στην ταινία. Ενας ηλικιωμένος άντρας, αποξενωμένος από την κόρη και τον γιο του, κι ένα κορίτσι που τρομάζει στην ιδέα της εγκατάλειψης θα συναντηθούν και θα επικοινωνήσουν. Οι δύο άκρες της ζωής θα βρεθούν στην καρδιά του δράματος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, που παρακμάζει σαν πλανήτης του οποίου όλα τα οικοσυστήματα καταρρέουν, και από κομπάρσοι θα γίνουν πρωταγωνιστές.

«Happy end» ****

Ενας ζοφερός κόσμος εκεί ψηλά

Η πιο εφιαλτική ταινία του Χάνεκε, το «Funny games», που τον έκανε διάσημο, είχε τη λέξη αστείο στον τίτλο της. Ατυχώς αποδόθηκε ως «Παράξενα παιχνίδια». Η σημερινή έχει μια λέξη που σχετίζεται με την ευτυχία. Το «Happy end» αρχίζει σαν θρίλερ, για να συνεχιστεί σαν αποσπασματικό δράμα χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις ή συγκινήσεις. Η κλιμάκωση είναι υπόγεια και οδηγεί σε έκρηξη προς το τέλος του: στη σκηνή μιας γαμήλιας δεξίωσης που θα εξελιχθεί κωμικοτραγικά. Το μαύρο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- θα πέσει σαν κηλίδα στο φαντεζί της ευτυχίας και θα δημιουργήσει εκφραστικότατη αντίθεση: ένα τσούρμο περιφερόμενοι, προφανώς μετανάστες, έρχονται ξαφνικά στη δεξίωση «καλεσμένοι» από τον γιο της νύφης από τον προηγούμενο γάμο της.

Το «Happy end» εκτυλίσσεται στη Βόρεια Γαλλία, στην περιοχή του Καλαί. Εκεί ζουν οι μεγαλοαστοί ήρωές μας. Ο παππούς της οικογένειας, ο Ζορζ, έχει αποσυρθεί στο δωμάτιό του στην τεράστια βίλα τους. Κουμάντο στην εταιρεία τους, έναν κατασκευαστικό κολοσσό, κάνει η κόρη του, η Αν, η οποία πρόκειται να ξαναπαντρευτεί – μάλλον για λόγους οικονομικού συμφέροντος.

Ο αδελφός της, ο Τομά, γιατρός με δύο γάμους στο ιστορικό του, περνά τον ελεύθερο χρόνο του κάνοντας chat στο διαδίκτυο: ανταλλάσσει σεξουαλικές φαντασιώσεις με μια καλλιτέχνιδα της βιόλας.

Ο εγγονός του Ζορζ -ο γιος της Αν, που ετοιμάζεται να διαδεχτεί τη μητέρα του στην εταιρεία- είναι απρόβλεπτος λόγω συσσωρευμένου θυμού. Η συμπεριφορά του ηχεί σαν φάλτσο, που προοιωνίζεται άσχημο φινάλε γι’ αυτή τη μελωδία της ευτυχίας. Η εγγονή του, η κόρη του Τομά από τον πρώτο γάμο του, θα προστεθεί στους ένοικους της βίλας ύστερα από ένα «ατύχημα» που στέλνει τη μητέρα της στο νοσοκομείο με επικίνδυνη δηλητηρίαση. Αυτή είναι η ορχήστρα του Χάνεκε στο «Happy end».

Τάξη και διαστροφή

Στο «Funny games» -το οποίο φαντάζει μεγέθυνση της πιο βίαιης και συνάμα κωμικής σκηνής του «Κουρδιστού πορτοκαλιού»- δύο νεαροί εισβάλλουν σ’ ένα εξοχικό για να διασκεδάσουν την πλήξη τους (;), μετατρέποντας σε εφιάλτη το γουικέντ μιας οικογένειας μεσοαστών. Αυτή η παράλογη ιστορία ίσως δεν θα ήταν τόσο σοκαριστική στα μάτια του θεατή, εάν ο Χάνεκε χρησιμοποιούσε αντί της μεγέθυνσης την απόσταση από το παράλογο δρώμενο. Αν «άνοιγε» λιγάκι το κινηματογραφικό κάδρο του για να μας δείξει, ας πούμε, μια κάμερα που τραβάει «ηθοποιούς» την ώρα που υποδύονται ρόλους.

Η αναπαράσταση της βίας -ως διαδικασία φανερή στον θεατή και όχι η βία ως αόριστη έννοια- και το θέαμα που αλλοτριώνει ποικιλοτρόπως το άτομο, οδηγώντας στη διαστροφή, ήταν πάντα θεμελιώδη ζητήματα στις ταινίες του. Από εκεί ξεκινούσε ο Χάνεκε τις όποιες αναγωγές του στη βία, θεωρώντας τη τελικά βασικό στοιχείο της δομής του σύγχρονου πολιτισμού. Αυτή η εμμονή του, φανερή ή κρυφή, με την αναπαράσταση της βίας έβαζε τις ταινίες του σε τροχιά έλλειψης.

Στην απόλυτη οργάνωση, στην ακρίβεια και στην πειθαρχία ανακάλυπτε ρωγμές που τον οδηγούσαν στη νεύρωση και τη διαστροφή του ατόμου και της κεντροευρωπαϊκής κοινωνίας: να το υπέδαφος που ριζώνει ο νεοναζισμός.

Ανοίγοντας το κάδρο

Στο «Happy end» ο Χάνεκε «ανοίγει» το κάδρο του με ευρηματικό τρόπο. Η ιστορία της μεγαλοαστικής οικογένειας του Ζορζ είναι ένας κύκλος που ανοίγει και κλείνει με… καταρρεύσεις. Κυριολεκτικά στην αρχή, όταν υποχωρεί το έδαφος σε ένα εργοτάξιο της κατασκευαστικής εταιρείας καταπλακώνοντας εργάτες. Μεταφορικά στο τέλος, στη γαμήλια δεξίωση.

Αυτός ο κύκλος -το δράμα που θα μπορούσε να σκηνοθετηθεί αλλιώς και να γίνει κωμωδία- τοποθετείται τεχνηέντως μέσα σε μια παρένθεση. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με τη μικρή εγγονή του Ζορζ να «σκηνοθετεί» στιγμιότυπα από την οικογενειακή «ευτυχία» της, χρησιμοποιώντας την κάμερα του smartphone της. Στην οθόνη του κινητού, όπου εμφανίζονται και οι σκέψεις του κοριτσιού ως γραπτά μηνύματα, στην αρχή παρακολουθούμε το «θρίλερ» που έστειλε τη μάνα της στο νοσοκομείο. Στο τέλος, όπου στην οθόνη του κινητού δεν εμφανίζονται σκέψεις, όλα θυμίζουν βωβή κωμωδία. Κάπως έτσι ήρθε το «Happy end» στον τίτλο του δράματος.

Info
To «Happy end» κάνει πρεμιέρα στις 16/11