Η καλλιτεχνική διευθύντρια του ιστορικού Θεάτρου μιλά στην «Νέα Σελίδα» για την καλλιτεχνική παρακαταθήκη του ιδρυτή του, τα στοιχήματα της σεζόν και τη σημασία του να δίνεις ευκαιρίες σε νέους δημιουργούς

Της Ιωάννας Μπλάτσου

Πληθώρα παραγωγών, συνεργασίες με αξιόλογους συντελεστές του ελληνικού θεάτρου αλλά και εμβληματικούς καλλιτέχνες του Θεάτρου Τέχνης, παλαιότερους (Βασίλης Παπαβασιλείου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Λήδα Πρωτοψάλτη, Νίκος Μαστοράκης, Κάτια Γέρου, Κωστής Καπελώνης, Μαρία Καβογιάννη) και νεότερους (Λουκία Μιχαλοπούλου, Αρης Τρουπάκης, Ιόλη Ανδρεάδη), καλλιτεχνικές δράσεις με κορυφαία την τριετή σειρά εκδηλώσεων με τίτλο «200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821: Ποια είναι η σύγχρονη Ελλάδα;» με αφορμή την επέτειο 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, οι οποίες περιλαμβάνουν συζητήσεις με το κοινό, διαλέξεις, αναγνώσεις κειμένων, διαγωνισμούς νέων θεατρικών κειμένων, θεατρικά αναλόγια, δρώμενα, συναυλίες κ.ά., με στόχο «να αναρωτηθούμε από πού ξεκινήσαμε, πώς ξεκινήσαμε και πώς φτάσαμε στη σύγχρονη Ελλάδα, ποια είναι η σύγχρονη Ελλάδα, πώς και κατά πού προχωρά».

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης, Μαριάννα Κάλμπαρη, μιλάει για το ζωντανό όραμα και την καλλιτεχνική παρακαταθήκη του ιδρυτή του, Κάρολου Κουν, αλλά και για τα καλλιτεχνικά στοιχήματα και στοχεύσεις του θεάτρου στη σύγχρονη εποχή.

Τι σημαίνει για εσάς το γεγονός ότι διοικείτε ένα ιστορικό θέατρο της Αθήνας;

Καταρχάς, η σχέση που έχω με το Θέατρο Τέχνης είναι σχέση αγάπης και οικογένειας, γιατί από αυτό προέρχομαι. Οπότε σε μένα δεν ισχύει μια στείρα σκέψη διοίκησης του θεάτρου. Αυτό το θέατρο το γνωρίζω σαν την παλάμη μου. Εδώ έχω παίξει, έχω γράψει, έχω μεταφράσει, έχω σκηνοθετήσει, έχω περάσει απ’ όλα τα πόστα του και σε πρακτικό επίπεδο, όπως όλοι οι φοιτητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, έχω κάνει φροντιστήριο, ταξιθεσία, τα πάντα. Μόνο ταμείο και καθαρισμό δεν κάνουμε ως φοιτητές του Τέχνης. Αυτή η λογική σε βάζει σε μια διαδικασία να αγαπήσεις το θέατρο βαθιά, ενώ παράλληλα σου διδάσκει πώς λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα αυτή η πολύπλοκη μηχανή που ονομάζεται θέατρο. Γιατί ένα θέατρο δεν είναι μόνο η δημιουργική του έκφανση πάνω στη σκηνή, είναι και όλες οι εργασίες και οι άνθρωποί του εκτός σκηνής. Μέσα απ’ όλα αυτά, λοιπόν, προσπαθώ να «διοικήσω», δηλαδή, με άλλα λόγια, να επιλέξω, να συντονίσω και να συνεχίσω την παράδοση αυτού του ιστορικού θεάτρου.

Από τότε που ανέλαβα την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεάτρου Τέχνης δεν έχει υπάρξει μέρα που να μην έχω νιώσει τιμή, αγωνία και ευθύνη γι’ αυτό το θέατρο, ειδικά το τελευταίο διάστημα, που χρόνο με τον χρόνο τα πράγματα δυσκολεύουν συνεχώς. Οι οικονομικές στενότητες που όλοι αντιμετωπίζουμε την τελευταία χρονική περίοδο απαιτούν δεξιότητες ικανού μάνατζερ. Εγώ, βέβαια, καλλιτέχνης είμαι, αλλά επειδή εξαρχής στη Σχολή και αργότερα στο ελεύθερο θέατρο είχα μάθει να εστιάζω και στα πρακτικά ζητήματα μιας παραγωγής, να έχω τη συνολική ευθύνη για μια παράστασή μου, δεν μου είναι ξένη η εμπλοκή με τα διοικητικά.

Μιλήσατε προηγουμένως με όρους αγάπης και συνέχισης της ιστορίας του Θεάτρου Τέχνης.

Ναι, γιατί αυτό το θέατρο φτιάχτηκε το 1942, πριν από 75 χρόνια. Γεννήθηκε μέσα από το όραμα ενός ανθρώπου, του Κάρολου Κουν, και το όραμα αυτό συνεχίζει να μένει ζωντανό, παρότι αλλάζουν οι εποχές, οι άνθρωποι, οι καλλιτεχνικοί τρόποι έκφρασης. Είναι ο μόνος καλλιτεχνικός οργανισμός στην Ελλάδα που συνεχίζει το όραμα του ιδρυτή του, ο οποίος σημάδεψε με τη φιλοσοφία του, τον τρόπο δουλειάς του και το έργο του ολόκληρο το ελληνικό θέατρο. Η ιστορία του Θεάτρου Τέχνης παραμένει ζωντανή, ενώ παράλληλα χτίζουμε το παρόν και το μέλλον του σήμερα.

Πώς θα συνοψίζατε το όραμα του Κάρολου Κουν;

Ο Κουν αντιλαμβανόταν το θέατρο με όρους συλλογικότητας. Το δικό του όραμα για το θέατρο δεν βασίζεται σε «πρωταγωνιστές», αλλά σε καλλιτέχνες που αφοσιώνονται ψυχή τε και σώματι σε αυτό, το αγαπούν και πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον εαυτό τους και τον κόσμο μέσα από αυτό. Το θέατρο του Κουν αναζητά συνεχώς νέα κείμενα, νέους δημιουργούς, νέους τρόπους έκφρασης, προσπαθεί να συνδεθεί με την εποχή του και να μιλήσει για όλα αυτά που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία. Είναι ένα θέατρο ζωντανό, που δεν θέλει να κολακεύει το κοινό του και δεν σκέφτεται με όρους εμπορικούς, αλλά, ταυτόχρονα, θέλει οι προτάσεις του να έχουν απήχηση στους θεατές, γιατί σε αυτούς απευθύνεται. Είναι ένα θέατρο-τόπος συνάντησης κοινού και καλλιτεχνών, μιας κοινότητας, σχεδόν με θρησκευτικούς όρους. Σε όλη αυτή τη φιλοσοφία του Κάρολου Κουν προσθέστε και τον ξεχωριστό τρόπο διδασκαλίας των κειμένων που επέλεγε. Γι’ αυτό, παράλληλα με το θέατρο, δημιούργησε και τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, για να υποστηρίξει και πρακτικά το όραμά του ως προς το θέατρο. Κι αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον εδώ είναι ότι αυτό το όραμά του εξελίχθηκε με τα χρόνια ως προς τον τρόπο έκφρασής του, την προσέγγισή του, το ρεπερτόριό του. Γιατί πάντα ο Κουν αναζητούσε αυτό το νήμα σύνδεσης με το παρελθόν αλλά και με την εποχή του.

Αναλάβατε το Θέατρο Τέχνης σε μια οικονομική συγκυρία δύσκολη, παρότι ο προκάτοχός σας, ο Διαγόρας Χρονόπουλος, το άφησε σε άριστη οικονομική κατάσταση. Τώρα σε τι κατάσταση βρίσκεται οικονομικά το θέατρο;

Στην ίδια. Εννοώ ότι, δυστυχώς, έτσι όπως είναι η οικονομική συνθήκη σήμερα, αν δεν καταφέρουμε να βρούμε κάποιον ή κάποιους χορηγούς για να συμπορευτούμε, να στηρίξουν το θέατρο και να μας βοηθήσουν ως προς τα πάγια, λειτουργικά έξοδα αλλά και τα έξοδα για τις νέες παραγωγές του θεάτρου, αυτά θα αποτελούν πάντα δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας. Σίγουρα βοηθά αρκετά η επιχορήγηση που πήραμε φέτος από το ΥΠΠΟΑ για τη νέα παράσταση του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν λύνει τα βασικά οικονομικά ζητήματα του θεάτρου. Αν θέλουμε να συνεχίσουμε πραγματικά το όραμα του Κάρολου Κουν, πρέπει να είμαστε σε θέση να δίνουμε ευκαιρίες σε νέους δημιουργούς, νέες ιδέες, νέα κείμενα, χωρίς πάντα να έχουμε αγωνία για το ταμείο. Να μπορούμε να έχουμε μαζί μας στο θέατρο πολύ καλούς συνεργάτες που να τους αμείβουμε αξιοπρεπώς, ώστε να μπορούν να αφοσιώνονται στο έργο τους. Πρέπει, επομένως, να υπάρξει μια σοβαρή χορηγική στήριξη για να συνεχιστούν απρόσκοπτα το όραμα και οι διδασκαλίες του Κάρολου Κουν και στον 21ο αιώνα. Ξέρετε, αυτό ήταν το όνειρό του. Ελεγε ότι, όταν πεθάνει, δεν ήθελε να σβήσει μαζί του και το Τέχνης. Αυτό έπρεπε να συνεχίσει να ζει. Και μέχρι τώρα το έχουμε καταφέρει.

Ποιοι οι καλλιτεχνικοί σας στόχοι για το Θέατρο Τέχνης;

Πέρα από το να φτιάχνουμε ωραίες παραστάσεις για τον κόσμο, στο πρότυπο του Κουν, πέρα από το να δίνουμε βήμα σε σημαντικούς καλλιτέχνες, νεότερους και παλιότερους, να δημιουργήσουν, εγώ αυτό που θέλω πολύ είναι το Θέατρο Τέχνης να γίνει ένας χώρος όπου το κοινό θα αισθάνεται σαν στο σπίτι του, όπου θα μπορεί να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους, να μοιραστεί τους προβληματισμούς του, να απαλύνει τις έγνοιες του, να αισθανθεί παρηγοριά για τα προβλήματά του. Γι’ αυτό έχουμε ήδη ξεκινήσει κάποιες συζητήσεις με το κοινό, με πολύ μεγάλη ανταπόκριση. Για παράδειγμα, μετά την παράσταση «RelaxMynotis», η οποία διαρκεί μιάμιση ώρα, οι θεατές έμειναν άλλες δύο ώρες για να ακούσουν και να συνομιλήσουν με τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Είναι πολύ μεγάλη η ανάγκη του κόσμου, μέσα από την αφορμή μιας παράστασης, να μιλήσει, να ακούσει, να μοιραστεί σκέψεις και ιδέες.

Οργανώνουμε, μάλιστα, κι άλλες δράσεις σε αυτή τη λογική, οι οποίες θα κορυφωθούν με το τριετές πρόγραμμα που έχουμε ανακοινώσει «200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821: Ποια είναι η σύγχρονη Ελλάδα;», το οποίο ξεκινά από τις 25 Μαρτίου 2018, όπου μέσα από ομιλίες και καλλιτεχνικές δράσεις ξεκινάμε αυτή την επικοινωνία με το κοινό, διερευνώντας ένα ζήτημα -το ζήτημα της ταυτότητας του σύγχρονου Ελληνα- που μας αφορά όλους. Γιατί επιτέλους πρέπει να δούμε ειλικρινά μέσα μας ποιοι είμαστε και ποια είναι τα σύγχρονα διακυβεύματά μας.