Το «Φαινόμενο Μαντάμ Σουσού» καταγράφει φέτος η αθηναϊκή θεατρική σκηνή, με προπώληση 17.000 εισιτηρίων πριν καν ξεκινήσουν οι παραστάσεις της και με καθημερινή πληρότητα που αγγίζει το 100% από την έναρξη των παραστάσεων. Κι όλα αυτά, παρότι πρόκειται για το πιο ακριβό θέαμα της πόλης, με τα ακριβότερα εισιτήρια στην τιμή των 80 ευρώ – οι τιμές ξεκινούν από 10 ευρώ. Βέβαια, αν κάποιος έχει να διαθέσει τα ποσά που απαιτούνται για τα εν λόγω εισιτήρια, δεν θα το μετανιώσει, καθώς η συγκεκριμένη παραγωγή αποζημιώνει τους θεατές και με το παραπάνω ως προς την ποιότητά της. Δεν είναι υπερβολή να μιλήσει κανείς με όρους υπερπαραγωγής για τη συγκεκριμένη παράσταση, καθώς οι «Θεατρικές Σκηνές», οι παραγωγοί της «Μαντάμ Σουσού», δεν εφείδαντο χρημάτων ως προς τον πλούτο των σκηνικών, των κοστουμιών, των φωτισμών και εν γένει των πολυπληθών και αξιόλογων συντελεστών της παράστασης.

Κριτική 

από την Ιωάννα Μπλάτσου / iblatsou@neaselida.news 

 

«Μαντάμ Σουσού» 

Παλλάς 

Πριν ανοίξει η αυλαία, προβάλλονται πάνω της ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα -το τότε τραμ, οι καραγωγείς, οι χωμάτινοι δρόμοι, το τότε Παλλάς. Οι φωτογραφίες αρχίζουν σιγά σιγά να χρωματίζονται, μέχρι που η αυλαία σηκώνεται για να αποκαλύψει μια εντυπωσιακή, λεπτομερή αναπαράσταση της γειτονιάς του Μπύθουλα (σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης). Πάραυτα εμφανίζεται η πριγκίπισσα αυτής της λασπωμένης, υποβαθμισμένης γειτονιάς, η Μαντάμ Σουσού. «Σιλάνς, τσοκαρίες! Πάω μια βόλτα στου Ζόναρς». Η πλατεία σείεται από τα χειροκροτήματα. Η Σουσού κοιτάζει γύρω της: «Τς, τς, τς, πολύ χαμηλό το επίπεδο εδώ, επιπέδου τρε μπανάλ. Μένω στον Μπύθουλα, στην Ακαδημία Πλάτανος» (sic). Νέα χειροκροτήματα και επευφημίες. Αλλαγή σκηνικού. Η χαρισματική Χριστίνα Μαξούρη με ένα θαυμάσιο φόρεμα (κοστούμια Ντένη Βαχλιώτη) τραγουδά έξοχα το ομώνυμο τραγούδι «Μαντάμ Σουσού» (μουσική Μαρίζα Ρίζου), σήμα κατατεθέν της παράστασης. Νέα αλλαγή σκηνικών. Στο καφενείο του Μπύθουλα οι περίοικοι συζητούν: «”Θεός, ποιος Θεός;”. “Ναι, ποιος Θεός, μωρέ! Φτωχοί είμαστε, όχι ηλίθιοι!”. “Αν υπήρχε Θεός, θα ήταν ο Παναγιωτάκης με τη Σουσού;!”».

Η «Μαντάμ Σουσού» ξεκίνησε ως ευθυμογράφημα στο περιοδικό «Οικογενειακός Θησαυρός» το 1939, έγινε βιβλίο, νούμερο επιθεωρήσεων, θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία, εκπομπή στο ραδιόφωνο και δύο φορές τηλεοπτικό σίριαλ. Το συλλογικό υποσυνείδητο των μεγαλύτερων σε ηλικία θεατών ήδη έχει αφυπνιστεί κι έχει κάνει τις απαραίτητες νευρωνικές συνάψεις, ανασύροντας τη λαοφιλή κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά στο συνειδητό του. Γελούν -πιο σωστά, ξεκαρδίζονται- με όλες τις γνωστές σουσουδιές και τα σουσούμια της ανεκδιήγητης αλλά και αξιαγάπητης Σουσού, με αυτό τον ασυναγώνιστο συνδυασμό από γαλλικούρες και καθαρευουσιάνικες εξτραβαγκάντζες, αυτό τον αμίμητο γλωσσοπλαστικό οίστρο του Ψαθά: «κομάν σαλβάντ», «μπασκλασαρία του χλαπακιάζειν», «μπονζούρ και μπονσουγάρ», «ανθυποκορασίδιον», «υψηλόν μωρό», «λε χερ, λε ποδ», «συστηθούτε, περικαλώ», «η απόφαση θεωρείται λήσαξα» και τόσα άλλα που εδώ δεν χωρούν. Η επιτυχία όμως της παράστασης καταγράφεται κυρίως στις χειμαρρώδεις αντιδράσεις των μικρότερων ηλικιακά θεατών της παράστασης -με αρκετούς στις τάξεις του Δημοτικού-, οι οποίοι, παρότι δεν είναι εξοικειωμένοι με τη χιουμοριστική γραφή του αείμνηστου Ψαθά, αντιδρούν αυτομάτως και εκκωφαντικά στα γελαστικά ερεθίσματα που δέχονται.

Τα εύσημα για την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία της παράστασης, μιας παράστασης ιδανικής για όλη την οικογένεια, καρπώνονται, φυσικά, ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας, καθώς και η Δήμητρα Παπαδοπούλου, όχι μόνο για τη σπινθηροβόλα ερμηνεία της στον ομώνυμο ρόλο της Σουσού, αλλά κυρίως για την προσεκτική και σεβαστική προς τον δημιουργό Ψαθά διασκευή/απόδοσή της. Ο Κακλέας συντόνισε υποδειγματικά και αρμονικά τους πολυπληθείς συντελεστές της παράστασής του, δημιουργώντας ένα λαγαρό, ανάλαφρο, ευχάριστο αλλά και συγκινητικό υπερθέαμα, που σέβεται τον θεατή όλων των ηλικιών.

Οφείλω να ομολογήσω ότι, προτού δω την παράσταση, θεωρούσα ότι η Μαντάμ Σουσού είναι κόντρα ρόλος για τη Δήμητρα Παπαδοπούλου, όπως την είχαμε συνηθίσει ερμηνευτικά ως τώρα. Απέδειξε περίτρανα το αντίθετο. Αγνώριστη υποκριτικά, μπριόζα, σκερτσόζα και συνάμα δυναμική σκηνικά, απολαμβάνει τον ρόλο της και τον υποστηρίζει με όλη τη ζέση της. Ο Κώστας Κόκλας είναι υποδειγματικός στον ρόλο του Παναγιωτάκη, με λαϊκό ιδίωμα χωρίς να ψευτολαϊκίζει, πηγαίος και άμεσος, αβίαστο ταλέντο. Στον Αλκη Κούρκουλο πάει πολύ η κωμωδία. Γοητευτικά επικίνδυνος ως Μηνάς Καντακουζηνός, με ραφιναρισμένους τρόπους και χαρακτηριστική άνεση στην κίνηση και στο πλασάρισμα της ατάκας, μοιάζει με Βρετανό δανδή που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του με την επιβολή της αδιαπραγμάτευτης κομψότητάς του. Η Χριστίνα Μαξούρη λάμπει όταν τραγουδά και ο Βασίλης Χαλακατεβάκης χαρίζει στιγμές συγκίνησης ως αφηγητής Ψαθάς.

Στα συν της παράστασης και η ζωντανή ορχήστρα που δίνει παλμό στη ροή, τα εντυπωσιακά σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη, τα υπέρκομψα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη που φέρουν αέρα αστικής παλιάς Αθήνας, οι έξοχες μουσικές της Μαρίζας Ρίζου και οι αιθέριοι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ.

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 23 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 12/11/2017