«Καθένας μας είναι από ένα κομμάτι ανθρώπου που αναζητά το άλλο μισό του. Μόνο όταν τα δύο κομμάτια ενωθούν σε ένα, μόνο τότε η ανθρώπινη φύση βρίσκει στον πόνο της γιατρειά», γράφει ο Πλάτωνας στο «Συμπόσιο».

Της Ιωάννας Μπλάτσου

Όμως τι δουλειά έχει το απόσπασμα από το εν λόγω κείμενο στην έναρξη της παράστασης της «Μήδειας» του Ευριπίδη του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων; Ή τα έτερα αποσπάσματα από τα «Ειδύλλια» του Θεόκριτου, τον «Ερωτικό» του Πλούταρχου, τα «Ονειροκριτικά» του Αρτεμίδωρου; Γιατί, όταν έχεις επιλέξει να ανεβάσεις την εμβληματική «Μήδεια», να θες να την «εμπλουτίσεις» με εμβόλιμα κείμενα; Τα αριστουργήματα απλώς τα αφήνεις ως έχουν. Και τα θαυμάζεις. Και τα σέβεσαι. Δεν είναι άραγε εξαιρετικά δύσκολο να αναδειχθούν σκηνοθετικά ως έχουν τα φωτεινά σημεία και οι σκιές ενός τέτοιου μεγάλου, πολυσήμαντου κειμένου;

«Η ελληνική τραγωδία είναι ο μοναδικός -τουλάχιστον τόσο καθαρά, τόσο λογικά- στην ιστορία της τέχνης λόγος που επιτυγχάνει αυτήν την αγωνιώδη ακροβασία (και συνεργασία) ανάμεσα στον κόσμο και το χάος, στην τάξη και την αναρχία – και μάλιστα κρύβοντας ατάραχα την αγωνία του πίσω από μεγάλους, αδρούς όγκους των κατασκευών του», γράφει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής Γιώργος Χειμωνάς. Στην παράσταση της Μαριάννας Κάλμπαρη φοβάμαι ότι επικράτησαν το χάος, η δυσαρμονία και η έλλειψη μέτρου. Σχεδόν τα πάντα έμοιαζαν προβληματικά, αρχής γενομένης από τη δυσλειτουργική δραματουργική επεξεργασία της σκηνοθέτιδας και της Ελενας Τριανταφυλλοπούλου – εκτός από τις αυθαίρετες προσθήκες κειμένων, κατακρεουργήθηκαν τα Χορικά και εξαφανίστηκαν ο Παιδαγωγός και τα παιδιά της Μήδειας, με όλες τις συνεπακόλουθες παραστασιακές ανακρίβειες.

Επίσης, το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, με το τεράστιο κρεβάτι στο κέντρο του, καθήλωσε τη δράση και μηδένισε την ενέργεια των ηθοποιών, ενώ παράλληλα μείωσε την τραγική κλίμακα σε αστικό ερωτικό δράμα. Τα γυναίκεια κοστούμια/ρόμπες του Κ. Ζαμάνη με τους φραμπαλάδες είναι πέραν σχολιασμού. Αντιθέτως, άκρως ενδιαφέρουσες οι μουσικές συνθέσεις του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου και εντυπωσιακοί οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου.

Η Μαρία Ναυπλιώτου (Μήδεια) διαθέτει αναμφισβήτητη γοητεία, δεν κατάφερε όμως να εκφράσει τον ζωώδη πόνο, τη δαιμονική οργή της μεγαλύτερης-από-τη-ζωή ηρωίδας της. Ο ρόλος της Μήδειας απαιτεί μια θηριώδη ηθοποιό. Ο Χάρης Φραγκούλης (Ιάσονας), ακαθοδήγητος και με αδούλευτη εκφορά λόγου. Διασώθηκαν λόγω εμπειρίας ο Γεράσιμος Γεννατάς (Αιγέας) και ο Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κρέοντας). Η Αλεξάνδρα Καζάζου (Βάρβαρη – εμβόλιμος ρόλος) δίνει το τραγικό μέγεθος στην παράσταση, ενώ η Σύρμω Κεκέ διαθέτει εξαίρετη άρθρωση, μέτρο, σκηνική ευπρέπεια και δύναμη. Πολύ καλές οι Ιωάννα Μαυρέα και Κωνσταντίνα Τάκαλου.