ΚΡΙΤΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

dbouras@neaselida.news

 

Ο Σεπτέμβριος απογειώνεται κινηματογραφικά, καθώς πρεμιέρες και επανεκδόσεις φέρνουν την κοινωνία και την πολιτική σε πρώτο πλάνο, χωρίς να αδιαφορούν για την απόλαυση του θεατή. Η Κάθριν Μπίγκελοου (το πορτρέτο της στη σελ. 3) με το πολυεπίπεδο «Detroit» (φιλμ πέντε αστέρων) επιστρέφει στην ταραγμένη Αμερική της δεκαετίας του ’60. Ο Νταγκ Λίμαν και ο Τομ Κρουζ, πρωταγωνιστής του στο «American made», σαρκάζουν σε βαθμό κακουργήματος περιγράφοντας ανάλαφρα την εμπλοκή της CIA στη Νικαράγουα κατά την εποχή Ρέιγκαν. Το βιτριολικό χιούμορ τους έχει κάτι από το «ΜASH» του Ρόμπερτ Aλτμαν. O Τζιμ Τζάρμους στον «Νεκρό», που προβάλλεται σε επανέκδοση, ενορχηστρώνει το ρέκβιεμ της κατάκτησης της Δύσης, προστρέχοντας στο ροκ και στον ρομαντικό ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ. Ξεχωριστό είναι και το γαλλικό φιλμ «Αυτή η γη είναι δική μας» γύρω από την άνοδο της Ακροδεξιάς.

 

American made ****

Χαμηλές πτήσεις στη Νικαράγουα

Τριάντα ένα χρόνια μετά τo «Top Gun», το φιλμ που τον εκτίναξε στην κορυφή του σταρ σίστεμ, ο Τομ Κρουζ επιστρέφει στο προσκήνιο ως ριψοκίνδυνος πιλότος στο «American made» του Νταγκ Λίμαν. Ξεχάστε τους καρτουνίστικους ρόλους του στο κινηματογραφικό σίριαλ των «Επικίνδυνων αποστολών»· εδώ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας σε μια ανάλαφρη περιπέτεια με ειδικό βάρος, που θα το ζήλευαν πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Το «American made» διαγράφει τροχιά εντυπωσιακού πυροτεχνήματος, φωτίζοντας έργα και ημέρες του υπαρκτού Μπάρι Σιλ, που έζησε μια μυθιστορηματική ζωή. Ηταν ένας τυχοδιώκτης που κυνήγησε το αμερικάνικο όνειρό του σε μια ζώνη ημιπαρανομίας. Η λάμψη του Κρουζ τον μεταμορφώνει σε ιδανικό χολιγουντιανό ήρωα.

To 1978 ο Σιλ, ο πιο μικρός σε ηλικία πιλότος της TWA, συμπλήρωνε το εισόδημά του μεταφέροντας παράνομα πούρα Αβάνας στις ΗΠΑ. Το λαθρεμπόριο, γνωστό στη CIA, έγινε εφαλτήριο για να… αλλάξει πίστα και να περάσει σε πιο μεγάλα κόλπα. Κάποιος από τη CIA τον «έπεισε» να γίνει πιλότος κατασκοπευτικού αεροσκάφους, τραβώντας αεροφωτογραφίες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής που έβραζαν λόγω των επαναστατικών κινημάτων.

Η συνέχεια θυμίζει πινγκ πονγκ. Το καρτέλ των ναρκωτικών, στο οποίο ήταν αφεντικό ο Εσκομπάρ, τον «πείθει» να γίνει μεταφορέας τους. Η επιχείρηση διακόπτεται όμως μετά την πρώτη δουλειά. Η CIA ξεπλένει το βρώμικο χρήμα του Σιλ, του χαρίζει ένα μικρό αεροδρόμιο σε μια πόλη 2.000 κατοίκων και τον προβιβάζει σε σούπερ ντελίβερι μπόι. Από εδώ και μπρος θα μεταφέρει όπλα στη Νικαράγουα για τους Κόντρας, που πολεμούσαν τους Σαντινίστας, και θα φέρνει στις ΗΠΑ νεοσύλλεκτους Κόντρας για εκπαίδευση. Ολα αυτά με πλήρη μυστικότητα. Ο Εσκομπάρ θα ξαναμπεί στο παιχνίδι εκμεταλλευόμενος την αερογέφυρα.

Το χρήμα έρρεε άφθονο, η επιχείρηση «στράβωσε» όμως και η CIA έσβησε μεθοδικά όλες τις αποδείξεις του εγκλήματος. Η ανάμειξή της στο εμπόριο ναρκωτικών για την εξεύρεση πόρων προς υποστήριξη των παραστρατιωτικών Κόντρας, μέγα σκάνδαλο για την κυβέρνηση Ρέιγκαν, απασχόλησε και την ταινία του Μάικλ Κουέστα «Ο αγγελιοφόρος πρέπει να πεθάνει» (το σενάριο της είναι βασισμένο στις αποκαλύψεις του δημοσιογράφου Γκάρι Γουέμπ).

Ο Λίμαν δημιούργησε ένα χρονικό με έναν τρόπο που θυμίζει ταινίες του Μάρτιν Σκορσέζε, όπως «Ο λύκος της Γουόλ Στριτ». Ο ρυθμός του είναι καταιγιστικός, το φωτογραφικό στιλ των εικόνων του θυμίζει καρτ ποστάλ, ενώ ο σαρκασμός του τσακίζει κόκαλα.

 

Αυτή η γη είναι δική μας ***1/2

Η κανονικοποίηση του φασισμού

Στον αφρό της σύγχρονης πολιτικής σκηνής της Γαλλίας γλιστράει με ευελιξία ο Λουκά Μπλεβό («38 μάρτυρες»). Φαινομενικά, το «Αυτή η γη είναι δική μας» είναι ένα σχηματικό φιλμ γύρω από τη μετατροπή της λαϊκής αγανάκτησης σε ρεύμα υπέρ της ξενοφοβικής Ακροδεξιάς. Το πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι είναι λίγο πολύ γνωστό σε όλους μας. Τα φαινόμενα όμως απατούν. Ο Μπελβό κλιμακώνει περίτεχνα την ιστορία της ηρωίδας του, αφήνοντας το τέλος της ανοιχτό, για να φανεί ένας εφιάλτης (όπως στα θρίλερ πολιτικής φαντασίας) που αναδύεται σαν καπνός από τον ρεαλισμό. Θεμέλιο της ταινίας του είναι το ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα, σαν κι αυτό των αδελφών Νταρντέν. Εκεί εδράζεται η μυθοπλασία (το πολιτικό θρίλερ), τραβηγμένη σκόπιμα στα άκρα. Ο Μπελβό κάνει καθαρό πολιτικό σινεμά, στο αντίποδα ταινιών όπως «Ο κατακτητής» – διασκεδαστικό πορτρέτο του Νικολά Σαρκοζί.

Η Πολίν, νοσοκόμα που παρέχει κατ’ οίκον τις υπηρεσίες της, ζει σε μια πόλη της Βόρειας Γαλλίας, πρώην κέντρο ανθρακωρύχων, που τώρα μαστίζεται από ανεργία. Ο συνταξιούχος πατέρας της, αμετανόητος κομμουνιστής και πρώην συνδικαλιστής, ζει αποτραβηγμένος. Η απολίτικη κόρη της, για την οποία όλοι έχουν έναν καλό λόγο, θα αποδεχτεί την πρόταση ενός γιατρού, μέλους του ακροδεξιού κόμματος, να είναι υποψήφια στις δημοτικές εκλογές. Η αρχηγός του κόμματος (καρικατούρα που παραπέμπει εμμέσως στη Λεπέν) είναι της άποψης ότι οι φασίστες «πρέπει να αλλάξουν τη μιλιτέρ αμφίεση και να φορέσουν κοστούμι» και να κόψουν κάθε σχέση με τις παραστρατιωτικές ομάδες των νεοναζί.

 

Ο νεκρός *****

Ρομαντικός Τζάρμους

Το 1995 ο Τζιμ Τζάρμους ταξίδεψε στον χρόνο, επιστρέφοντας με νεωτεριστική ματιά στην Αγρια Δύση. Η εικόνα της στον «Νεκρό» ταυτίζεται με την εικόνα ενός χαμένου παραδείσου, λεηλατημένου από τον λευκό κατακτητή της, που παρομοιάζεται με τέρας. Στο λυκαυγές της βιομηχανικής εποχής, η μηχανή (ο σιδηρόδρομος και το μεταλλουργείο) εισβάλλει καταστροφικά, σαν ανίατη ασθένεια, στη φύση. Η πνευματική σχέση που είχε ο άνθρωπος μαζί της (η φιλοσοφία του Ινδιάνου) παύει να είναι το κέντρο της ζωής και του πολιτισμού. Η μουσική του Νιλ Γιανγκ, μια «ακατέργαστη» μινιμαλιστική ροκ ψυχεδέλεια, συμβάλλει καθοριστικά στην εξαιρετική ατμόσφαιρα του «Νεκρού», που είναι εμποτισμένος στο πνεύμα του ρομαντισμού.