Στην καταδίκη των επιθέσεων που δέχονται οι συμβολαιογράφοι προχώρησε για μια ακόμη φορά η Συντονιστική Επιτροπή Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος με αφορμή επεισόδιο στην είσοδο του γραφείου της συμβολαιογράφου και προέδρου του συμβολαιογραφικού συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά.
Οι συμβολαιογράφοι σε ανακοίνωσή τους καταδικάζουν «την συνεχώς εντεινόμενη ψυχολογική βία, που ασκείται κατά των συμβολαιογράφων είτε στις αίθουσες των Ειρηνοδικείων, όπου επιχειρούνται να διενεργηθούν πλειστηριασμοί, είτε και εκτός αυτών» και υπογραμμίζουν ότι στόχευση της «γνωστής ομάδας στο Πανελλήνιο αλλά άγνωστης στις αρχές» είναι ο εκφοβισμός τους «προκειμένου να μην εκτελέσουν τα καθή­κοντά τους, με αποτέλεσμα η απονομή της αστικής δικαιοσύνης να παραμείνει στην Χώρα μας ατελέσφορη ή να καταλήξει σε χέρια άλλων παραγόντων, που “διακριτικά” εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για την απονομή της δικαιοσύνης αυτής (χρηματιστηριακές εταιρείες, τράπεζες, ξένα funds)».

Η Συντονιστική Επιτροπή Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος καλεί την κυβέρνηση και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα «να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να τοποθετηθούν με ειλικρίνεια στο τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, που είναι οι πλειστηριασμοί».

Ολόκληρη η ανακοίνωση έχει ως εξής:

Ακόμη μία φορά ομάδα γνωστών στο πανελλήνιο, αγνώστων όμως στις αρμόδιες Αρχές, ασκώντας ψυχολογική βία εμφανίσθηκε στην είσοδο του γραφείου της συμβολαιογράφου και προέδρου του συμβολαιογραφικού συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά, φωνάζοντας συνθήματα, κολλώντας αφίσες και επιτιθέμενοι φραστικά στην θυγατέρα της, επίσης συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης κ. Δήμητρα Χρουσαλά, η οποία προσπαθούσε να εισέλθει στο γραφείο τους. Και όλα αυτά με την παρουσία Αστυνομικής Δύναμης, η οποία για πολλοστή φορά περιορίζεται σε ρόλο απλού θεατή.
Καταδικάζουμε την συνεχώς εντεινόμενη ψυχολογική βία, που ασκείται κατά των συμβολαιογράφων είτε στις αίθουσες των Ειρη­νο­δικείων, όπου επιχειρούνται να διενεργηθούν πλειστηριασμοί, είτε και εκτός αυτών.
Είναι εμφανές ότι η συγκεκριμένη δράση των οργανωμένων ομάδων, που έχουν επιδοθεί επανειλημμένα σε πράξεις πραγμα­τικής, φραστικής ή ψυχολογικής βίας κατά των συμβολαιογράφων, που ως δημόσιοι λειτουργοί εκτελούν τα καθήκοντα που τους έχει αναθέσει η Πολιτεία, έχει συγκεκριμένη στόχευση: Τον εκφοβισμό των συμβολαιογράφων, προκειμένου να μην εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, με αποτέλεσμα η απονομή της αστικής δικαιοσύνης να παραμείνει στην Χώρα μας ατελέσφορη ή να καταλήξει σε χέρια άλλων παραγόντων, που “διακριτικά” εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για την απονομή της δικαιοσύνης αυτής (χρηματιστηριακές εταιρείες, τράπεζες, ξένα funds).
Η Πολιτεία δια των αρμοδίων Οργάνων της υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους συνεχίζει να επιτρέπει με την στάση της τις παραπάνω ενέργειες.
Καλούμε την Κυβέρνηση και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να τοποθετηθούν με ειλικρίνεια στο τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, που είναι οι πλειστηριασμοί.
Είναι οι μόνοι αρμόδιοι για να αποφασίσουν ποιες κατηγορίες ο­φει­λε­τών πρέπει να τύχουν προστασίας και με ποιες προϋ­ποθέσεις από την έκθεση των ακινήτων τους σε πλειστηριασμό.
Είναι επίσης αρμόδιοι να εξηγήσουν στην κοινωνία ότι οι πλειστηριασμοί είναι το τελικό στάδιο απονομής της αστικής δικαιοσύνης, όταν δεν υπάρχει αυτόβουλη συμμόρφωση των αντιδίκων προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Είναι ακόμη αρμόδιοι να εξηγήσουν ότι οι συμβολαιογράφοι έχουν ορισθεί από το Νόμο υπεύθυνοι για την διενέργεια των πλειστηριασμών, προκειμένου να διασφαλίσουν και να εγγυηθούν την τήρηση της νομιμότητας της διαδικασίας.
Είναι τέλος αρμόδιοι να εξηγήσουν ότι οι πλειστηριασμοί δεν γί­νονται επειδή υπάρχουν οι συμβολαιογράφοι ή επειδή το επι­θυμούν οι συμβολαιογράφοι, αλλά επειδή εκδόθηκε κάποια δι­καστική απόφαση, που επιδικάζει την χρηματική οφειλή του οφειλέτη προς τον δανειστή, επειδή ο δανειστής διά του νομικού πληρεξουσίου του έχει δώσει στο εκτελεστικό Όργανο την εντολή προς εκτέλεση και επειδή έχει προηγηθεί η διαδικασία της κατάσχεσης και ότι αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωθεί είτε με την εγγύηση της παρουσίας του συμβολαιογράφου, είτε ενδεχομένως και χωρίς αυτήν με ό,τι αυτό συνεπάγεται.